ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ


ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Θ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ


ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ Π.Ο.Θ.Σ.


Φυσιογνωμίες που κυκλοφορούν στη μνήμη μας μαζί με νόμους, θεωρήματα, απόψεις, είναι πρωτεικές μορφές, ρευστές εικόνες. Η ανθρώπινη όψη τους γίνεται εννοιολογικό εκτόπλασμα, μια θεωρητική  σηματοποίηση, κάτι αντίστροφο από τη ζωή. Μια παγίδα και για την ίδια την τέχνη, που συχνά βρίσκεται ν αντιγράφει νοήματα. Η τέχνη βέβαια έχει τα όπλα της και η επιφάνεια των προσώπων είναι ένα πεδίο αισθητικών αναζητήσεων. Πόση αλήθεια μπορούν να κατοπτρίσουν οι προσωπογραφίες? Και τελικά τι είναι αληθινό?


Το παιγνίδι της αλήθειας πάει πολύ μακριά. Η Θράκη όμως είναι κοντά. Τόσο κοντά, που αγγίζουμε την ψυχή της, ακούμε το σφυγμό της. Η Θράκη δεν είναι θεώρημα, ούτε τόπος που καταγράφεται με χάρακα  και διαβήτη.


Η  ΘΡΑΚΗ ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ ΠΟΥ ΓΕΝΝΑ ΖΩΗ.


Τα παιδιά της ζουν μέσα μας και γύρω μας. Είναι πρόσωπα, που συναντάμε κάθε μέρα κάτω από τον ήλιο, χωρίς τεχνητές φωτοσκιάσεις. Αιώνες τώρα συζητάμε μαζί τους. Μας βλέπουν και τους βλέπουμε. Χορεύουμε στα ίδια βήματα. Οι ίδιες χορδές μεθάνε τις καρδιές μας. Στο ίδιο αμόνι ζυμώνουμε το λογισμό. Η ιστορία δεν θα μας τους αποκαλύψει καλύτερα. Δεν χρειάζεται να μας δείξουν ταυτότητα για να τους αναγνωρίσουμε. Πώς να τους ζωγραφίσει κανείς? Έτσι όπως είναι γύρω μας, σήμερα.  (Ανακρέων Καναβάκης)


Το πάζλ  των προσωπικοτήτων της Θράκης μας είναι ατελείωτο. Μετά από έρευνες  συγκεντρώσαμε   στοιχεία  μέσα από βιβλιογραφίες, διάφορα links  και καταλήξαμε στην παρουσίαση  των όσων προσωπικοτήτων συγκεντρώσαμε. .Παρακαλούμε τους συλλόγους μέλη αλλά και τους φίλους του Θρακικού Ελληνισμού, αν έχουν να μας επιδείξουν κάποιες άλλες προσωπικότητες  ας μας ενημερώσουν, στέλνοντας Φώτο και βιογραφικό. Σας ευχαριστούμε εκ των προτέρων για τη συνεργασία σας.


Γίγαντες του πνεύματος που γεννήθηκαν σ αυτόν τον τόπο και έδωσαν αξίες στη ζωή μας αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητας η οποία σήμερα δεν είναι σε θέση να το εκτιμήσει.

 

ΟΡΦΕΥΣ

 

Μυθικός ποιητής και αοιδός από τη Θράκη. Η μορφή του είναι φορτισμένη με συμβολικά στοιχεία και με γνωρίσματα ήρωα, θεού και ημίθεου. Γιος του Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης ή σύμφωνα με άλλη εκδοχή, γιος του ποταμού Οίαγρου και της Μενίππης, κόρης του αοιδού Θαμύριδος. Η δύναμη του τραγουδιού του ήταν ανυπέρβλητη. Ημέρωνε άγρια θηρία, κινούσε βράχους και δέντρα. Στην Αργοναυτική εκστρατεία, σταμάτησε τη θαλασσοταραχή, ακινητοποίησε τις Συμπληγάδες, επισκίασε ακόμη και το τραγούδι των Σειρήνων. Η κάθοδός του στον Άδη, για να φέρει πίσω την αγαπημένη του Ευριδίκη, είναι από τους πιο αγαπημένους μύθους της τέχνης από την αρχαιότητα, ως σήμερα.

 

 

ΑΙΣΩΠΟΣ

 

Ο πατέρας των Ελλήνων μυθοποιών, στον οποίο αποδίδονται οι περισσότεροι από τους διδακτικούς μύθους. Κατά τον Ηρακλείδη "Θράξ ην το γένος". Κατά τον Σουίδα, καταγόταν από τη Μεσημβρία της Μεγάλης Θράκης. Οι μύθοι του είναι πασίγνωστοι και αποτελούν υποδείγματα για την παγκόσμια μυθογραφία. Ο ίδιος λέγεται ότι ήταν δούλος αλλά η σοφία του εκτιμήθηκε τόσο, που ο κύριος του - ο σοφός Ιάδμων – των απελευθέρωσε. Η διαύγεια και το χιούμορ του έμειναν παρομοιώδη. Ο σαρκασμός του, για την απληστία των ιερέων των Δελφών, οδήγησε στην καταδίκη του σε θάνατο. Μια ύβρις για την οποία το Μαντείο αναγκάστηκε να επανορθώσει αργότερα.

 

 

ΜΟΥΣΑΙΟΣ


Μυθικός αοιδός, μάντης και ιερέας, γιος του Αντιφήμου και της Σελήνης, σύγχρονος του Ορφέα, ή μαθητής του, γεννημένος στη Θράκη. Τον ανάθρεψαν οι Νύμφες, οι Μούσες του παράδωσαν τη λύρα του Ορφέα. Καλλιέργησε τη θρησκευτική ποίηση. Ύμνοι και χρησμοί του κυκλοφορούσαν ήδη από την εποχή των Πεισιστρατιδών. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι πολλοί χρησμοί του περισυλλέχθηκαν από τον Ονομάκριτο. Συνδέθηκε με την Αθήνα, απόκτησε γιο τον Εύμολπο, ίδρυσε τα Ελευσίνια Μυστήρια.

 

 

ΛΕΥΚΙΠΠΟΣ



Φιλόσοφος, ιδρυτής της ατομικής θεωρίας. Ελάχιστα είναι γνωστά για τη ζωή του. Υπήρξε μαθητής του Ζήνωνα του Ελεάτη και συνδέθηκε με τη Θράκη, όντας δάσκαλος του Δημόκριτου. Λέγεται ότι πρώτος υπόθεσε την ύπαρξη των ατόμων, μια θεωρία που συστηματοποίησε κατόπιν ο Δημόκριτος και ανάπτυξαν οι Επικούρειοι και οι Στωικοί. Η "κοσμολογία" του επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο "μονισμό" της Ελεατικής Σχολής και στην "ποιοτική πολυθεσία" του Εμπεδοκλή και του Αναξαγόρα.

 

ΘΑΜΥΡΙΣ



Στην Ιλιάδα τον αναφέρει ο Όμηρος. Ήταν ένας από τους πιο φημισμένους αοιδούς. Γεννήθηκε στη Θράκη, γιος του Φιλάμμωνος και της νύμφης Αγριόπης. Η τέχνη του στην κιθάρα και στο τραγούδι είχε θεϊκή δύναμη. Ο ίδιος πίστευε ότι κανείς δεν μπορούσε να του αντιπαρατεθεί. Προκάλεσε τις Μούσες σε μουσικό αγώνα, σίγουρος για τη νίκη. Εκείνες ξέσπασαν την οργή τους πάνω του. Τον τύφλωσαν και του αφαίρεσαν το χάρισμα. Δίδαξε τις τελετές στο ιερό των Δελφών.

 

ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ


Γεννήθηκε στα Άβδηρα. Ταξίδευε σαράντα χρόνια διδάσκοντας, έμεινε τελικά στην Αθήνα. Δαιμόνιος νους και ο διασημότερος ανάμεσα στους σοφιστές. Συναρπαστικός ρήτορας αλλά με σοφία και καθαρότητα. "Σοφώτατος" κατά τον Πλάτωνα. Κάποιοι είπαν ότι είχε δάσκαλο τον Δημόκριτο. Αμφισβητίας. Δεν δεχόταν την "εξ αντικειμένου αλήθειαν". H περίφημη ρήση του “Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος…”μετατόπισε το πρόβλημα της γνώσης από το αντικείμενο στο υποκείμενο. Το σύγγραμμά του "Περί θεών" προκάλεσε την καταδίκη του για αθεϊστικές απόψεις. Το άλλο του σύγγραμμα  "Αι αντιλογίαι" έθετε το αξίωμα πως για κάθε τι υπάρχουν δύο απόψεις. Γύρω του συγκέντρωνε το άνθος του Αθηναϊκού πνεύματος. Τον θαύμαζε ο Ευριπίδης. Τον εκτιμούσε ο Περικλής.

 

ΕΥΜΟΛΠΟΣ


Μυθικός υμνωδός. Γενάρχης του ιερατικού γένους των Ευμπλπιδών. Το όνομά του υπογραμμίζει το θείο του χάρισμα."Ευ μέλπειν" δηλαδή ωραίος ψαλμός. Ένας κύκνος πάντα δίπλά του συμβόλιζε τη μουσική αρμονία που υπηρετούσε. Γιος του Ποσειδώνα και της κόρης του Βορέου Χιόνης. Ιεροφάντης των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Συνέθετε Βακχικά έπη και Διονυσιακές τελετές. Πολέμησε με τους θράκες για την Ελευσίνα εναντίον των Αθηναίων. Με τον θάνατόν του κέρδισε η Αθήνα αλλά και η Ελευσίνα διατήρησε το προνόμιο των Μυστηρίων.

 

 

ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ


Ο μέγας φιλόσοφος. Γεννήθηκε στα Άβδηρα, ταξίδεψε πολύ. Γνώρισε όλες τις πνευματικές αναζητήσεις της εποχής του. Σπούδασε στις σχολές του Λεύκιππου και του Αναξαγόρα. Μερικοί τον χαρακτήρισαν οπαδό του Πυθαγόρα. Η πολυμάθεια και η πολυγνωσία του κρυβόταν πίσω από μια λιτή ανθρώπινη φιγούρα, που αντιμετώπιζε τα πάντα με στωικότητα και χαμόγελο. Αφανής ήρθε και αφανής έφυγε από την Αθήνα όπου γνώρισε τον Σωκράτη. Σφυρηλατούσε τις γνώσεις απομονωμένος στο σπίτι του. Η "ατομική" θεωρία του άγγιξε τη δομή του σύμπαντος με μια διαύγεια που σήμερα εκπλήττει. "Μηδέν εκ του μη όντος γίγνεσθαι, μηδέ εις το μη ον φθείρεσθαι" υποστήριζε. Ταύτισε το νου και την ψυχή αντίθετα από τις θέσεις του Αναξαγόρα και του Πλάτωνα. Απόκλεισε τη θεϊκή παρέμβαση στο φυσικό γίγνεσθαι.

 

ΕΚΑΤΑΙΟΣ     


Ιστορικός, συγγραφέας, φιλόσοφος και γραμματικός. Γεννήθηκε στα Άβδηρα. Μαθήτευσε στον σκεπτικό φιλόσοφο Πύρωνα. Ακολούθησε τον Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία του. Γνώρισε τον κόσμο όπως άνοιγαν οι ορίζοντες της εποχής του. Έγραψε για την ποίηση του Όμηρου και του Ησίοδου. Μελέτησε χώρες και λαούς. Τον πολιτισμό, τις επιστήμες και τις τέχνες. Έγραψε πολλά βιβλία. Γνωστότερο το "Περί Αιγυπτίων" όπου αναμιγνύει ιστορικά και μυθιστορηματικά στοιχεία. Άλλα του έργα "Ιστορία Ιουδαίων" και "Περί Υπερβορείων"

 

ΑΡΙΣΤΑΡΧΟΣ     


Ένας από τους σπουδαιότερους γραμματικούς της αρχαιότητας. Γεννήθηκε στη Σαμοθράκη. Έζησε στην Αλεξάνδρεια πέθανε στη Κύπρο. Μαθητής του Αριστοφάνη του Βυζάντιου κα διάδοχος του στη θέση του βιβλιοθηκάριου της Αλεξανδρινής βιβλιοθήκης. Έγραψε πληθώρα "Υπομνημάτων" και "Συγγραμμάτων", "περί Ιλιάδος και Οδυσσείας", "προς Φιλητάν", "περί Ναυστάθμου". Πολλές μελέτες για τον Πίνδαρο, τον Αισχύλο, τον Σοφοκλή, τον Αρχίλοχο, τον Ηρόδοτο κ.α. Του αποδίδεται ο περίφημος αλεξανδρινός κανόνας. Κατάγραψε και ανάλυσε τα ομηρικά έπη με γνώμονα την ποιητική ενότητα, εντοπίζοντας έτσι τις μεταγενέστερες προσθήκες. Ίδρυσε την περίφημη σχολή "Αρισταρχείων", που διατηρήθηκε ως τους ρωμαϊκούς αυτοκρατορικούς χρόνους.

 

ΘΟΥΚΙΔΙΔΗΣ     


Πατέρας της Ιστορίας σαν αυστηρής επιστήμης. Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή καταγόταν από μια μεγάλη οικογένεια της Θράκης, γι’ αυτό και κληρονόμησε εκεί ένα πλούσιο κτήμα με χρυσωρυχεία. Πολιτογραφήθηκε Αθηναίος. Πολέμησε για την Αθήνα. ‘Ισως το δίπτυχο Αθήνα-Θράκη να έγινε ο συντελεστής αντικειμενικότητας στο κριτήριό του. ‘Εβλεπε τα γεγονότα ταυτόχρονα από κοντά και από μακριά. Οπωσδήποτε, η εκστρατεία στη Θράκη, που ανέλαβε σαν στρατηγός, οδήγησε σε καταδίκη του για την απώλεια της Αμφιπόλεως. Και πάλι η Θράκη στάθηκε το καταφύγιό του. Η διαυγέστατη αντίληψή του και η ώριμη πολιτική του σκέψη, έδωσε στο έργο του την επιστημονική καθαρότητα που αποτελεί ως σήμερα το πρότυπο για τους ιστορικούς.

 

ΒΙΩΝ


Μαθηματικός. Γεννήθηκε και έζησε στα Άβδηρα. Ήταν συγγενής του Δημόκριτου. Μελετούσε τα φυσικά φαινόμενα και υποστήριζε στο έργο του πως υπάρχουν στη γη τόποι, όπου η μέρα διαρκεί 6 μήνες και η νύχτα άλλο τόσο, κάτι που φανερώνει ότι γνώριζε τη σφαιρικότητα της γης. Για τις γνώσεις του, ο Στράβων τον αποκαλεί «αστρολόγο». Καθιερώθηκε σαν αυθεντία στα ζητήματα των ανέμων.

 

 

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ

 

Ένας από τους μεγαλύτερους Αγίους της Ορθοδόξου εκκλησίας είναι αναμφισβήτητα ο Άγιος Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως ο εν Αιγίνη.
Γεννήθηκε στη Σηλυβρία της ανατολικής Θράκης το 1846 και κοιμήθηκε το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου του 1920 σε ηλικία 74 ετών. 

Ήταν το πέμπτο από τα επτά παιδιά της οικογένειάς του και το κατά κόσμον όνομά του ήταν Αναστάσιος Κεφαλάς. Η οικογένεια του ήταν πτωχή σε υλικό πλούτο αλλά πλούσια σε αρετές χριστιανικές και γι' αυτό η αγωγή του νεαρού Αναστάσιου ήταν πολύτιμο εφόδιο μέσα στη ζωή του. Από μικρός έδειχνε την ιερατική του κλίση για προσευχή. Είχε συγχρόνως μεγάλη έφεση στα γράμματα και σαν μέλισσα συνέλλεγε τόσο από τους φορείς της εγκυκλοπαιδικής γνώσεως, όσο και από τα συγγράμματα των πατέρων της εκκλησίας το νέκταρ της σοφίας και της ψυχοπνευματικής αναβαθμίσεως. Αποτέλεσε λοιπόν λαμπρή προσωπικότητα και γι' αυτό παρά τις οικονομικές δυσχέρειες που σε όλη του τη ζωή τον ακολουθούσαν, πάντοτε διακρινόταν στους πνευματικούς κύκλους.


Σε ηλικία 14 ετών πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάζεται σκληρά και συγχρόνως παρακολουθεί με διάκριση το σχολείο. Στα 20 περίπου χρόνια του διορίστηκε παιδονόμος στο εκεί σχολείο του Μετόχιου Πανάγιου Τάφου. Όταν έγινε 22 ετών, υπηρέτησε διδάσκαλος στο Λίθι της Χίου. Όλοι τον αγαπούσαν για την πραότητα και το ζήλο του να αναδείξει τους μαθητές του χρήσιμους πολίτες. Ζούσε ήδη με άσκηση, προσευχή και νηστεία και μετά από 7 χρόνια έγινε δόκιμος μοναχός στη "Νέα Μονή" της Χίου. Ως μοναχός ονομάστηκε Λάζαρος, ενώ αργότερα (15/1/1877) που χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος, μετονομάστηκε σε Νεκτάριο. Ήδη από τότε πολλοί τον θεωρούσαν Άγιο για την πνευματικότητά του.


Γνωρίζεται με τον Πατριάρχη Αλεξάνδρειας Σωφρόνιο, σπουδάζει Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών  (1882-1885), χειροτονείται πρεσβύτερος (23/3/1886) και μετά τη λαμπρή ποιμαντική και διοικητική δραστηριότητα, τα φιλανθρωπικά έργα, την καθοριστική συμβολή στον εξωραϊσμό του ιερού Πατριαρχικού ναού του Αγίου Νικολάου Καΐρου και τα λοιπά κοινωφελή έργα του - ο Πατριάρχης Σωφρόνιος τον χειροτονεί Αρχιερέα υπό τον τίτλο του Μητροπολίτου της παλαιά τότε Μητροπόλεως Πενταπόλεως (15/1/1889). Δυστυχώς όμως παρά τη σπουδαιότατη συμβολή του στην εκκλησία της Αλεξάνδρειας, την ένθερμη αγάπη του λαού στο πρόσωπο του και το θαυμασμό που προκαλούσε για την αυταπάρνηση του στον Πατριάρχη Σωφρόνιο και τους λοιπούς πνευματικούς ανθρώπους, έπεσε σύντομα θύμα συκοφαντίας από ραδιουργούς συναδέλφους του οι οποίοι έπεισαν τον Πατριάρχη ότι ο Άγιος Νεκτάριος εποφθαλμιούσε τον Πατριαρχικό θρόνο της Αλεξάνδρειας. Έτσι ο Άγιος διατάχτηκε να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια.


Παρά τη θλίψη του για τις συκοφαντίες και την εξορία του, παρά την οικονομική εξαχρείωση που συνάντησε τα μετέπειτα χρόνια, τις προσβολές και την περιφρόνηση κατά τον ερχομό του στην Ελλάδα και την εγκατάλειψη του από ανθρώπινη παρηγοριά, ο Άγιος αντιμετώπισε τους πειρασμούς με υπομονή, πίστη και δοξολογία προς το Θεό, ανεξικακία και πραότητα προς τους ανθρώπους.


Γίνεται απλός ιεροκήρυκας στους Νομούς Ευβοίας Φθιώτιδας και Φωκίδος, όπου κατέκτησε το ποίμνιό του. Το 1894 γίνεται Διευθυντής στη Ριζάρειο Εκκλησιαστική Σχολή Αθηνών, την οποία διακόνησε αρίστως έως το 1908. Οι μαθητές του και ο λοιπός κόσμος τον σέβεται πλέον ως Άγιο. Το ίδιο και οι Πατέρες του Αγίου  Όρους μετά την εκεί επίσκεψη του το 1898. Το 1908 έρχεται στην ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα - την οποία ίδρυσε ο ίδιος το 1904 - ως πνευματικός πατέρας των εκεί μοναζουσών. Διακονεί την αδελφότητα με οσιακή αφοσίωση και άκρα ταπείνωση και τη διδάσκει με μοναδικό τρόπο την αγγελική πολιτεία. Συνηθίζει να συμβουλεύει τις αδελφές και τον κόσμο "Παιδί μου να μην απελπίζεσαι! Στις μπόρες της ζωής σου να λες Κύριος στερέωμα μου και καταφυγή μου και ρύστης μου".
Μεγάλο υπήρξε επίσης και το συγγραφικό του έργο, το οποίο ξεκίνησε από τη νεαρά του ηλικία. Έγραψε σπουδαιότατες θεολογικές μελέτες, δογματικά, ηθικά, κατηχητικά, διδακτικά και ποιητικά έργα. Μόνο για την Παναγία αφιέρωσε 5000 στίχους στην ποιητική του συλλογή "Θεοτοκάριον".


Κοιμήθηκε στο Αρεταίειον Νοσοκομείο Αθηνών βαριά ασθενής ως άπορος, αλλά με γαλήνια συνείδηση και πλούτο θείων χαρισμάτων. Αμέσως φάνηκαν τα σημεία της Αγιότητος του, αφού το δωμάτιο ευωδίασε και άρχισε το ιερό του σκήνωμα να μυροβλύζει και να θαυματουργεί. Το ιερό του σκήνωμα έμεινε επίσης άφθαρτο για 30 χρόνια. Αργότερα διαλύθηκε, κατά παραχώρηση του θεού, μετά από παράκληση του ίδιου του Αγίου για να δοθούν τεμάχια σε όλο τον κόσμο, επειδή και εν ζωή εξάλλου η αγκαλιά του πάντοτε ήταν τοσο πλατιά, που όντως χωρούσε όλο τον κόσμο.


Στις 20 Απριλίου του 1961 έγινε η επίσημη Αγιοποίηση του, αφού ούτως ή άλλως ο λαός τον τιμούσε ήδη ως μεγάλο Άγιο. Συνεχώς θαυματουργεί, θεραπεύει και διακονεί ποικιλοτρόπως τη στρατευόμενη Εκκλησία. Ιδιαίτερα συμπαρίσταται στους καρκινοπαθείς και στους οχλούμενους υπό πνευμάτων ακαθάρτων. Χτίζονται αναρίθμητοι ναοί και βαπτίζονται συνεχώς παιδιά στο όνομά του. Η μνήμη του τέλος τιμάται την 3η Σεπτεμβρίου (ανάμνηση ανακομιδής των Αγίων Λειψάνων του) και ιδιαιτέρως την 9η Νοεμβρίου (ανάμνηση της κοιμήσεώς του). Τα ιερά του λείψανα βρίσκονται στην ιερά Μονή της Αγίας Τριάδας στην Αίγινα, η οποία είναι παγκόσμιο πλέον προσκύνημα.
Το 1999 το Πατριαρχείο Αλεξάνδρειας  με μία ιστορική απόφαση του υπό τον Πατριάρχη Αλεξάνδρειας και πάσης Αφρικής κ.κ. Πέτρου και της Συνόδου της σεπτής Ιεραρχίας, προέβη στη συνοδική αποκατάσταση του Αγίου Νεκταρίου.

Ο αείμνηστος Ιεράρχης χαρακτηρίζει .


Τότε η Πατριαρχική Σύνοδος της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας ομοφώνως εξέδωσε τη Συνοδική Διαγνώμη, με την οποία ζήτησε επίσημα συγνώμη από τον Άγιο Νεκτάριο για όσα υπέστη από κληρικούς της. Η Διαγνώμη αυτή δόθηκε προσωπικά από το μακαριστό Πατριάρχη Αλεξανδρείας στον τότε Μητροπολίτη Υδρας, Σπετσών και Αιγίνης Ιερόθεο στην Αίγινα και στη Θεία Λειτουργία, η οποία ετελέσθη στον παρακείμενο της Μονής, που είχε ιδρύσει ο Άγιος, μεγαλοπρεπή ναό την ημέρα της μνήμης του 9 Νοεμβρίου1998.

 

 

 

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ



Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος (κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, Γρατινή Ροδόπης, 1881 – Αθήνα, 28 Σεπτεμβρίου 1949) ήταν Έλληνας θεολόγος και ακαδημαϊκός (1940) και μία από τις μεγάλες μορφές της Ορθοδόξου Εκκλησίας των νεοτέρων χρόνων, Μητροπολίτης Τραπεζούντας (1913-1938) και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών (1938-1940).


Πρώτα χρόνια


Γεννήθηκε το 1881 στη Γρατινή της Κομοτηνής (Θράκη) όπου και έλαβε τα πρώτα εγκύκλια γράμματα. Το 1897 εισήχθηκε στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης από την οποία και αποφοίτησε μετά εξαετία. Το 1903 χειροτονήθηκε διάκονος και τον ίδιο χρόνο ακολούθησε στη Τραπεζούντα τον μητροπολίτη Κωνσταντίνο Καρατζόπουλο όπου και άρχισε εκεί την υπηρεσία του ως ιεροκήρυκας και καθηγητής στο «Φροντιστήριο» (Γυμνάσιο) της πόλης, όπου δίδαξε θρησκευτικά μαθήματα αναπληρώνοντας και τον συνοδικό μητροπολίτη (που είχε μεταβεί στη Κωνσταντινούπολη) ως πρόεδρος των σχολικών επιτροπών. Μετά τον θάνατο του Μητροπολίτη ο Χρύσανθος διατήρησε τη θέση του και επί του διαδόχου μητροπολίτη του μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίνου Στ΄ μέχρι του 1907 οπότε και απήλθε προς ευρύτερες σπουδές στην Ευρώπη με την οικονομική βοήθεια των προυχόντων της Τραπεζούντας. Μετά από τετραετή φοίτηση σε πανεπιστημιακές σχολές στην Λειψία της Γερμανίας και στην Λωζάνη της Ελβετίας επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη όπου και ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ του ανέθεσε τη διεύθυνση και αρχισυνταξία του επίσημου πατριαρχικού οργάνου «Εκκλησιαστική Αλήθεια». Κατά το στάδιο αυτό της παραμονής του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο ο Χρύσανθος μυήθηκε στη σεβάσμια εκκλησιαστική τάξη και παράδοση καθώς και επί των προβλημάτων της Εκκλησίας και του Έθνους. Την ίδια εποχή γνωρίστηκε με τον Ίωνα Δραγούμη και με τον στενό συνεργάτη εκείνου τον Αθανάσιο Σουλιώτη - Νικολαΐδη με τους οποίους και ανέπτυξε μια μεγάλη φιλία δια της οποίας και αναδείχθηκε η περί του υψηλού Ιδεαλισμού κλίση του. Επίσης οι ελληνοκεντρικές ιδέες του Περικλή Γιαννόπουλου την ίδια εποχή δεν έπαυσαν να τον συγκινούν.


Την εποχή εκείνη η Οθωμανική Αυτοκρατορία ταράζονταν από δύο αμφίρροπα ρεύματα. Εις μεν το εσωτερικό από την αποκληθείσα τότε «κίνηση των εθνικοτήτων» χριστιανών και μουσουλμάνων που βεβαίως την πνευματική, οικονομική αλλά και αριθμητική υπεροχή των μουσουλμάνων ωθούσε ο νεοτουρκικός σωβινισμός. Εις δε το εξωτερικό διαγραφόταν πράγματι μια απειλή κυοφορούμενης «σταυροφορίας» των χριστιανικών Χωρών πρώτιστα της Βαλκανικής κατά της Αυτοκρατορίας. Πράγματι στον αγώνα δρόμου των παραπάνω κινήσεων η δεύτερη πρόλαβε τη κατίσχυση της κίνησης των κινήματος των εθνικοτήτων στην οποία πολλοί εκλεκτοί Έλληνες μεταξύ των οποίων και ο Χρύσανθος αλλά βεβαίως και αλλοεθνείς συνδέθηκαν με το συναρπαστικώτερο ίσως όραμα μιας βαθμιαίας αναμόρφωσης της φθίνουσας Αυτοκρατορίας σε μια φιλελεύθερη ισονομούμενη κυρίαρχη πολιτεία σε νεοβυζαντινά ίχνη. Για το όραμα αυτό πολύ λίγα έγιναν γνωστά στον ελληνικό τύπο που όμως το εγνώριζαν πολύ καλύτερα ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ των Ελλήνων καθώς και ο τότε διάδοχος του Σουλτάνου. Δυστυχώς όμως το είχαν πληροφορηθεί και οι Άγγλοι.


Αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου με την Βουλγαρία ο Χρύσανθος βρίσκεται ν΄ αγωνίζεται απεγνωσμένα στην ιδιαίτερη πατρίδα του προκειμένου να καταφέρει να ενώσει Έλληνες και Τούρκους στο αίτημα της αυτονόμησης της Δυτικής Θράκης προκειμένου να προλάβει την ενσφήνωση της Βουλγαρίας στη περιοχή μεταξύ της Ελλάδος και Τουρκίας. Την ίδια όμως εποχή τον Μάρτιο του 1913 ο μητροπολίτης Τραπεζούντας μετατέθηκε στη Κύζικο και οι Τραπεζούντιοι αξίωσαν τον Χρύσανθο ως νέο μητροπολίτη τους. Έτσι το ίδιο έτος 1913, ο Χρύσανθος εξελέγη μητροπολίτης στην Τραπεζούντα του Πόντου.

 


Περίοδος 1913-1922


Όμως η δεκαετία που ακολούθησε αλλοίωσε σε μεγάλο βαθμό την όλη κατάσταση των πραγμάτων στη Μέση Ανατολή. Οι ιστορικοί εκείνοι πόλεμοι που ομολογουμένως διπλασίασαν την έκταση της Ελλάδας μείωσαν αντίστοιχα τη βαρύτητα του Ελληνισμού στην Ανατολή. Οι νεότουρκοι, αποδεδειγμένα ιστορικά, παροτρυνόμενοι και επικουρούμενοι κυρίως από τους Γερμανούς άρχισαν να παρασκευάζουν τους απάνθρωπους διωγμούς κατά του γηγενή από χιλιετηρίδων ελληνικού στοιχείου. Το 1914 άρχισαν οι ομαδικές εκτοπίσεις από τη Θράκη και από τις άλλοτε Ιωνικές και Αιολικές ακτές της Μικράς Ασίας που άρχισαν όμως γρήγορα να επεκτείνονται και προς την Ανατολή. Ως «μέγας άθλος» καταλογίστηκε τότε για τον Χρύσανθο που με όπλα του τα πνευματικά του χαρίσματα, τη πειθώ του λόγου του και την προσωπική του παρουσία συγκράτησε στα σύνορα της μητροπολιτικής του επαρχίας τη πορεία του κύματος των διωγμών αγωνιζόμενος κατά τις παλινδρομικές φάσεις ανακαταλήψεων στο τετραετή πόλεμο Ρώσων και Τούρκων με χωρίς σχεδόν ελληνικές απώλειες. Κατάφερε μάλιστα να επεκτείνει αποτελεσματικά τη προστασία του και προς τους Έλληνες των γειτονικών περιοχών Ροδόπολης και Χαλδείας. Μάλιστα κατάφερε να συνενώσει τους Τούρκους με τους Έλληνες αλλά και με τα κατάλοιπα της φρικτής σφαγής των Αρμενίων κατά της ρωσικής λαίλαπας από τα σταθμεύοντα στη περιοχή ρωσικά στρατεύματα, κατά την ρωσική επανάσταση του Μαρτίου του 1917 που σε πλήρη διάλυση της πειθαρχίας είχαν αρχίσει τις καταστροφές(¹). Ήταν και αυτό μια εκδήλωση του μυστικού οράματος της ιδέας διακυβέρνησης και συμβίωσης των σύνοικων λαών. Έτσι στη περίοδο της ανακωχής, κατά τη Συνθήκη του Μούδρου, η μορφή του Χρύσανθου δεσπόζει στη περιοχή του Πόντου και αποτελεί την εγκυρότερη και δημοφιλέστερη προσωπικότητα μεταξύ ομογενών και αλλογενών που του αναγνωρίζουν και οι «Μεγάλες Δυνάμεις» της Αντάντ.


Έτσι κάτω από αυτές τις συνθήκες αναγνώρισής του, το 1919 ο Χρύσανθος κλήθηκε από τον τότε τοποτηρητή του Οικουμενικού Θρόνου Δωροθέου (Μητροπολίτη Προύσας) και από τον Αλέξανδρο Παπά να εκπροσωπήσει τον αλύτρωτο Ελληνισμό του Πόντου στο Παρίσι κατά τις εκεί διασκέψεις. Από τις επιστολές, του τότε υπουργού εξωτερικών Ν. Πολίτη, έγραφα και πρακτικά του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και από δημοσιεύματα του Τύπου (ελληνικού και ξένου) της εποχής διαφαίνονται οι ενθουσιαστικές απηχήσεις επί των επιδέξιων χειρισμών των εμπιστευμένων στο Χρύσανθο θεμάτων ενώπιον των «Μεγάλων». Τότε ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον εξουσιοδότησε να προχωρήσει σε διακρίβωση δυνατοτήτων για απ΄ ευθείας συνεννοήσεις με τους Τούρκους. Ακολούθησαν πολλές και ενθαρρυντικές επαφές, πλην όμως ο Βενιζέλος προτίμησε να μη δώσει συνέχεια όταν διαγνώσθηκε ότι «...οι διεκδικήσεις επί της Θράκης και της Δυτικής Μακεδονίας εύρισκαν διπλωματική κατευόδωση».


Το 1920 ο Χρύσανθος ταξίδεψε στη Γεωργία που μετά την ρωσική επανάσταση είχε ημιαυτονομηθεί προκειμένου να τακτοποιήσει εκκλησιαστικά ζητήματα ορθοδοξίας που είχαν ενσκύψει. Στη πραγματικότητα, ο κύριος σκοπός του Χρύσανθου στο ταξίδι του εκείνο ήταν η χάραξη ορίων μεταξύ του νεοπαγούς κράτους της Γεωργίας και της σχεδιαζομένης αυτονόμησης της ελληνικής πολιτείας του Πόντου. Και πράγματι αυτό συντελέσθηκε με την υπογραφή της διμερούς μυστικής συμφωνίας Χρύσανθου - Χατισιάν (Αρμένιου πρωθυπουργού Γεωργίας), λεγόμενη και Συμφωνία Εριβάν από το όνομα της πόλης που συνομολογήθηκε. Το 1921 ο Δημήτριος Γούναρης κάλεσε τον Χρύσανθο να μετάσχει της ελληνικής αποστολής στο Λονδίνο. Κατά τον χρόνο της παραμονής του Χρύσανθου στο Λονδίνο στη Τουρκία ειδικό «Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας» καταδικάζει ερήμην τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας εις θάνατο[1]. Αυτό είχε ως συνέπεια την εσπευσμένη επιστροφή του Χρύσανθου στην έδρα του και στη συνέχεια προκειμένου ν΄ αποφύγει τη σύλληψή του από τις κεμαλικές δυνάμεις που είχαν ήδη εγκατασταθεί στη μητροπολιτική περιφέρειά του κατέφυγε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Μετά όμως και από το άδοξο τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας, το 1922, ο Χρύσανθος κατέφυγε τελικά στην Αθήνα.

 


Περίοδος 1922-1938


Από το 1922 ο «από Τραπεζούντος» (μητροπολίτης) Χρύσανθος βρίσκεται στην Αθήνα και παραμένει μακριά από τα τεκταινόμενα, ως απλός θεατής των γεγονότων χωρίς να λαμβάνει καμία θέση σ΄ αυτά. Το 1926 διορίζεται από την τότε κυβέρνηση ως "αποκρισάριος" του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Αθήνα, θέση που θα διατηρήσει μέχρι το 1938. Από τη θέση αυτή ο Χρύσανθος στην αρχή διαχειρίσθηκε όλα τα των εξωτερικών θεμάτων και σχέσεων της Μεγάλης Εκκλησίας. Το 1927 ανέλαβε και έφερε σε πέρας τη πρώτη εκκλησιαστική συμφωνία με τα Τίρανα τακτοποιώντας τα πρώτα θέματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αλβανία. Όταν όμως λίγο αργότερα η κυβέρνηση των Τιράνων αθέτησε τα συμφωνημένα, το 1929, αμέσως ο Χρύσανθος επιχείρησε ένα μακρύ ταξίδι στο Βουκουρέστι, στο Βελιγράδι και στη Βαρσοβία προκειμένου να ενημερώσει και να κατατοπίσει τις Εκκλησίες των Χωρών αυτών περί της αθέτησης της Αλβανίας και να συστήσει επιφύλαξη και αποχή σε αντικανονικές επαφές. Συνέπεια εκείνου του ταξιδίου ήταν η μετέπειτα εκδήλωση συμμόρφωσης της Αλβανίας στα συμφωνηθέντα θρησκευτικά θέματα. Το 1930 ο Χρύσανθος προήδρευσε στο Άγιο Όρος ως εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως του τότε Πανορθόδοξου Συνεδρίου το οποίο και καθόρισε τα της ημερήσιας διάταξης θεμάτων της Πανορθόδοξης Συνόδου που όμως δεν συγκλήθηκε ποτέ. Τον ίδιο χρόνο ο Χρύσανθος συνεπικουρούμενος και από αντιπροσωπείες των Πατριαρχείων Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας κατάφερε σε ταξίδι του στη Δαμασκό ν΄ αποκαταστήσει την ειρήνη στο Πατριαρχείο Αντιοχείας (Εκκλησία Αντιοχείας) με την αναγνώριση του Πατριάρχη Αντιοχείας Αλέξανδρου. Τον επόμενο χρόνο ο Χρύσανθος έσπευσε για τον αυτό σκοπό στη Ρόδο για την αποκατάσταση της θρησκευτικής ειρήνης της Δωδεκανησιακής Εκκλησίας και αμέσως μετά βρέθηκε στη Κύπρο όταν εκδηλώθηκε το αγγλικό πραξικόπημα του 1931.


Για τον Χρύσανθο θεωρείται πως καμία περιοχή εκκλησιαστική, τόσο εξω-ελλαδική όσο και εσω-ελλαδική, δεν έμεινε έξω από το θρησκευτικό του ενδιαφέρον, προσφέροντας κάθε φορά την μέριμνα και τη στοργή του. Όταν τέλος ανέλαβε Πρόεδρος του Συμβουλίου του Ταμείου Ανταλλαξίμων Κοινοτικών και Κοινωφελών Περιουσιών (Τ.Α.Κ.Κ.Π.) από της σύστασής του, πέτυχε με υποδειγματική διαχείριση των προσόδων αυτού να θεραπεύσει τις στοιχειώδεις πνευματικές ανάγκες των νεοπαγών προσφυγικών κοινοτήτων με επικουρική χρηματοδότηση των ανεγειρομένων σχολείων και ναών και του εφοδιασμού τους με βιβλία, ιερά σκεύη, εικόνες άμφια κ.λπ. αντίστοιχα. Ειδικά γι΄ αυτή τη μεγάλη προσφορά του Χρύσανθου ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος είχε πει χαρακτηριστικά:


Δεν γνωρίζω παράδειγμα αποστολής εκ των πολλών αίτινες τω ανετέθησαν, την οποίαν να μην έφερε εις πέρας μετ΄ επιτυχίας.   
Το 1937 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Αρχιεπίσκοπος Αθηνών


Μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, (22 Οκτωβρίου 1938) ο «από Τραπεζούντος» Χρύσανθος εκλέχθηκε να διεκδικεί στη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος τη θέση του Προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας έχοντας ως αντίπαλο τον Μητροπολίτη Κορινθίας και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ιεράρχη με έντονη επίσης κοινωνική δραστηριότητα. Έτσι στις 5 Νοεμβρίου του 1938 εκλέχθηκε μετά από τρίτη ψηφοφορία ο Κορινθίας Δαμασκηνός με οριακή εκλογή λαμβάνοντας 31 ψήφους έναντι των 30 του Χρύσανθου. Με την εκλογή όμως αυτή ο τότε μητροπολίτης Φθιώτιδας Αμβρόσιος εξεγέρθηκε αμφισβητώντας το αποτέλεσμα θεωρώντας το ως άκυρο. Τον Αμβρόσιο ακολούθησε τότε σχεδόν η μισή ιεραρχία της Ελλάδος με συνέπεια τη δημιουργία τεράστιου εκκλησιαστικού ζητήματος. Οι λόγοι ακυρότητας για τους οποίους αντέδρασε τότε η μισή Ιερά Σύνοδος καθοδηγούμενη από τον Αμβρόσιο ήταν κυρίως δύο:


α) Στην εκλογή εκείνη σύμφωνα με την υφιστάμενη τότε νομοθεσία ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος είχε τη δυνατότητα να θέσει υποψηφιότητα αλλά όχι να παραστεί και να ψηφίσει ο ίδιος, επειδή ανήκε σε άλλο «κλίμα», ήταν δηλαδή όπως έλεγαν τότε «εξωελλαδικός». Όπως και συνέβη και δεν ψήφισε, σε αντίθεση με τον αντίπαλό του Δαμασκηνό που παρέστη και ψήφισε.


β) Την τελευταία στιγμή προ της εκλογής, από λάθος (όπως υποστηρίχθηκε) του Υπουργείου Θρησκευμάτων, στο κατάλογο των ψηφοφόρων περιλαμβάνονταν και ο (πρώην) μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως Ιωάννης που είχε ήδη εν τω μεταξύ εκπέσει της διοίκησης της επαρχίας του και είχε παυτεί από μητροπολίτης, κατηγορούμενος για σιμωνία, ο οποίος τελικά και είχε ψηφίσει ως μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως.


Οι παραπάνω αυτοί λόγοι οδήγησαν την υπόθεση, κατόπιν αίτησης των μητροπολιτών Αμβροσίου (Φθιώτιδας), Ιακώβου (Μυτιλήνης) και Ειρηναίου (Σάμου), στο Συμβούλιο της Επικρατείας που ήταν και το αρμόδιο για την επίλυσή της, το οποίο και τελικά ακύρωσε την εκλογή του Δαμασκηνού.[2].
Η Κυβέρνηση τότε (του Ιωάννη Μεταξά) προκειμένου να δώσει τέρμα στην όλη υπόθεση, αφενός μεν για το λάθος που είχε συμβεί έπαψε τον υπουργό θρησκευμάτων Κ. Γεωργακόπουλο και αφετέρου με πρόταση των τότε υπουργών Θ. Νικολούδη και του Μανιαδάκη, εκδίδει στις 3 Δεκεμβρίου του 1938 αναγκαστικό Νόμο (Α.Ν. 1493/3-12-1938) με τον οποίο και κατάργησε τον υφιστάμενο νόμο της Επανάστασης του 1922 που θέσπιζε τα περί εκλογής αρχιεπισκόπου και επανέφερε τον προηγούμενο σχετικό νόμο που ίσχυε σε όλον τον πρώτο αιώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Έτσι σύμφωνα με εκείνον στις 12 Δεκεμβρίου του 1938 ακολούθησε νέα εκλογή υπό «Αριστίνδην Σύνοδο» (Σύνοδο, της οποίας τα μέλη έχουν επιλεγεί αυθαίρετα από την Κυβέρνηση) όπου και αναδείχθηκαν τελικά τρεις υποψήφιοι: ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος με 11 ψήφους και οι μητροπολίτες Λήμνου και Δράμας από 4 έκαστος. Σύμφωνα λοιπόν με τα οριζόμενα του παλαιού νόμου ο Βασιλεύς Γεώργιος Β΄ εξέλεξε τον Χρύσανθο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών.

 

ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1938-1941


Το 1940 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Με την εμπλοκή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος ανέπτυξε έντονη εθνική δράση, εμψυχώνοντας τον λαό και τον Στρατό της χώρας. Όταν η Ελλάδα έπεσε στα χέρια του Άξονα το 1941, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος αρνήθηκε να ορκίσει την δωσίλογη κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν μπορώ να ορκίσω Κυβέρνηση προβληθείσα από τον εχθρό, εμείς γνωρίζουμε ότι τις Κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο Βασιλεύς.» Για την στάση του αυτή, στις 2 Ιουνίου του 1941, με Συντακτική Πράξη της κατοχικής κυβέρνησης, καθαιρέθηκε από το αξίωμά του. Κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, τάχθηκε υπέρ της «δυναμικής αντιμετώπισης» των κομμουνιστών, όπως άλλωστε και οι διάδοχοί του στην ηγεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος [3]. Πέθανε το 1949.

 

 

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ



Ο   Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος (17 Ιανουαρίου 1939 - 28 Ιανουαρίου 2008) γεννήθηκε στην Ξάνθη.[1] Tο κοσμικό του όνομα ήταν Χρήστος Παρασκευαΐδης, του Κωνσταντίνου και της Βασιλικής. Διετέλεσε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος για σχεδόν δέκα χρόνια, από το 1998 ως το θάνατό του το 2008.

 


Η ζωή του


Γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου 1939, από πρόσφυγες γονείς. Η οικογένειά του καταγόταν από την Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης και εγκαταστάθηκε στην Ξάνθη μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Σε ηλικία 2 ετών, μετά την εμπλοκή της Ελλάδας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο 1941, η οικογένειά του μετακόμισε για λόγους ασφαλείας στην Αθήνα[2], όπου ο μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος έζησε μέχρι την ηλικία των 35 ετών. Μαθήτευσε στο δημοτικό σχολείο Κοραής και ακολούθως στο Λεόντειο Λύκειο Πατησίων με άριστη επίδοση. Το 1962 έλαβε το πτυχίο της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με άριστα, και το 1967 αποφοιτά από τη Θεολογική σχολή του ιδίου πανεπιστημίου επίσης με άριστα. Παράλληλα σπούδασε Βυζαντινή Μουσική στο Ωδείο Αθηνών. Το 1982 υπέβαλε τη διδακτορική του διατριβή στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με τίτλο «Ιστορική και Κανονική θεώρησις του Παλαιοημερολογητικού ζητήματος κατά τε την γένεσιν και την εξέλιξιν αυτού εν Ελλάδι» και ονομάστηκε διδάκτωρ του Κανονικού Δικαίου με βαθμό άριστα. Ήταν πτυχιούχος της γαλλικής και αγγλικής γλώσσας, γνώστης δε της ιταλικής και γερμανικής γλώσσας. Έχει ανακηρυχθεί Επίτιμος Διδάκτωρ των πανεπιστημίων Κραϊόβας και Ιασίου το 2003 και Λατερανού το 2006.


Το 1957, σε ηλικία 18 ετών, ήταν ήδη ψάλτης στην Αγία Ζώνη Κυψέλης όπου συναντά τον διάκονο Καλλίνικο Καρούσο, μετέπειτα Μητροπολίτη Πειραιώς, ο οποίος λειτουργούσε στον ίδιο ναό. Εκείνος θα του γνωρίσει τον 19χρονο τότε Αθανάσιο Λενή, νυν Μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας Αμβρόσιο. Το 1958 οι τρεις κληρικοί ιδρύουν τη μοναστική αδελφότητα «Χρυσοπηγή» στο Παγκράτι, η οποία ασχολούνταν με φιλανθρωπικές και ανθρωπιστικές δραστηριότητες καθώς και με την οργάνωση κατηχητικών σχολείων. Κείρεται μοναχός στις 16 Μαΐου 1961 στην Ιερά Μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, όπου μόλις είχε εγκατασταθεί η αδελφότητα και στις 17 Μαΐου 1961 χειροτονείται διάκονος στον Ιερό Ναό Αγίων Αναργύρων Τρικάλων. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1965, όταν τοποθετείται ως ιεροκήρυκας στον Ιερό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (Παναγίτσας) στο Παλαιό Φάληρο, όπου έμεινε επί 9 χρόνια. Κατόπιν γραπτών εξετάσεων εισήχθη ως γραμματέας της Ιεράς Συνόδου επί αρχιεπισκοπίας Ιερωνύμου Α και ακολούθως του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Στις 18 Ιανουαρίου 1973 ιδρύεται στο Καπανδρίτι το Συνοδικό Μοναστήρι της Παναγίας της «Χρυσοπηγής», το οποίο υπαγόταν απ' ευθείας στην Ιερά Σύνοδο.


Το 1974 εξελέγη Μητροπολίτης Δημητριάδος και Αλμυρού σε ηλικία 35 ετών, ο νεότερος στην Ιεραρχία. Η ενθρόνισή του έγινε στις 4 Αυγούστου 1974 μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού, με επευφημίες και ροδοπέταλα. Έλαβε μέρος σε πολλές εκκλησιαστικές αποστολές στο εξωτερικό. Συνέγραψε πλήθος Θεολογικών και ηθικοπλαστικών κειμένων. Αρθρογράφησε στον εκκλησιαστικό τύπο και σε εφημερίδες. Στις 28 Απριλίου 1998 εξελέγη από την ιεραρχία με μεγάλη πλειοψηφία Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, σε διαδοχή του μακαριστού Σεραφείμ. Η ενθρόνιση του Αρχιεπισκόπου έγινε στις 9 Μαΐου 1998 στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, όπου εξεφώνησε τον επιβατήριο λόγο του.
Ήταν επίσης Πρόεδρος του Δ.Σ της Σιβιτανιδείου Σχολής.

 


ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ


Η μεγαλύτερη μουσική ιδιοφυΐα της Ελλάδας, ο Μάνος Χατζιδάκις, γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1925 στην Ξάνθη, «τη διατηρητέα κι όχι την άλλη, τη φριχτή, που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες», όπως έλεγε και ο ίδιος.


Ήταν γιος του δικηγόρου Γεωργίου Χατζιδάκι και της Αλίκη Αρβανιτίδου. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, το 1932, ο Μάνος Χατζιδάκις με τη μητέρα του και την αδελφή του εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα.


Εν τω μεταξύ, από τα τέσσερά του χρόνια έχει αρχίσει μαθήματα πιάνου με δασκάλα την Αλτουνιάν, γνωστή μουσικό της Ξάνθης, αρμενικής καταγωγής. Παράλληλα διδασκόταν βιολί και ακορντεόν.


Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής και της απελευθέρωσης, ο Μάνος Χατζιδάκις εργάζεται ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά, παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ, υπάλληλος στο φωτογραφείο του Μεγαλοοικονόμου, βοηθός νοσοκόμος στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο.
Συγχρόνως αρχίζει ανώτερα θεωρητικά μαθήματα μουσικής με τον Μενέλαο Παλλάντιο, σημαντική μορφή της ελληνικής εθνικής μουσικής σχολής, και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες ποτέ δεν ολοκλήρωσε.


Την εποχή εκείνη γνωρίζεται με καλλιτέχνες και διανοούμενους (Γκάτσος, Σεφέρης, Ελύτης, Τσαρούχης, Σικελιανός) της γενιάς του μεσοπολέμου, οι οποίοι θα συμβάλλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των προσανατολισμών και της σκέψης του. Ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο γνωρίστηκε το 1943, θα παραμείνει μέχρι το τέλος της ζωής του, ο μεγάλος δάσκαλος και ο ακριβός του φίλος.


Μοναδικός, ιδιοφυής και αεικίνητος, ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας στις 15 Ιουνίου 1994.

 

 

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΡΔΥΣ

 

Ο Νικόλαος Φαρδύς ήταν λόγιος, ο οποίος γεννήθηκε στη Σαμοθράκη το 1853. Ο πατέρας του Βασίλειος τού μαθαίνει τα πρώτα γράμματα και σε ηλικία 12 ετών πηγαίνει στη Σμύρνη, όπου εργάζεται και συγχρόνως σπουδάζει ψαλτική και μουσική με το Νικόλαο Πρωτοψάλτη Σμύρνης και φοιτά στο Αρρεναγωγείο. Από το 1870 ως το 1874 πιθανολογείται η θητεία του ως δασκάλου σε πόλη της Θράκης.


Το 1874 μπαίνει στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, όπου φοιτά μαζί με τους Αργυρόπουλο, Σολομωνίδη, Αρώνη και άλλους γνωστούς μετέπειτα ανθρώπους των γραμμάτων. Με το τέλος των σπουδών του επιστρέφει στη Σαμοθράκη και νυμφεύεται την Ασσανιώ Φραγκομιχάλη, καθ' υπόδειξη της μητέρας του. Θα αποκτήσει μαζί της οκτώ παιδιά, την Απαρθενιά, την Μυρσίνη, τον Αρίσταρχο, τον Δημοκλή, τον Βασίλη, την Κυβέλη, την Λευκανία και τον Γεώργιο.


Κατά την περίοδο των σπουδών του στη Σμύρνη συγκεντρώνει μελωδίες που ακούει, όπως αναφέρει ο ίδιος, στους δρόμους, τις ταβέρνες και άλλα μέρη. Κάποιες από αυτές δεν είχαν προσεχθεί από τους ειδικούς παρά μόνο για τους στίχους τους, όπως γράφει ο Μ. Φ. Δραγούμης. Στη σχολή διακρίνεται μεταξύ των συμμαθητών του και, όπως διασώζει ο Μιχάλης Αργυρόπουλος (Ρήγας Ραγιάς), κατέγραφε σημειώσεις από ό,τι μελετούσε και όταν ο δάσκαλος έλειπε, ο Φαρδύς τον αντικαθιστούσε αυθόρμητα.


Μετά τη Σμύρνη, ο Φαρδύς αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική στη Μασσαλία. Συγχρόνως παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά ομογενών. Συνεργάζεται με έγκυρα περιοδικά, όπως η «Ανατολή» της Σμύρνης με θέματα που αφορούν την ιστορία, τη διάλεκτο και τα τραγούδια της Σαμοθράκης. Στο περιοδικό «Σιών» της Αθήνας δημοσιεύει άρθρα γύρω από εκκλησιαστικά θέματα. Πρεσβεύει ότι κάτι πρέπει ν’ αλλάξει στο εκκλησιαστικό κατεστημένο, αλλά ταυτόχρονα ανησυχεί για τους εξωγενείς κινδύνους της Ορθοδοξίας, όπως η μαγεία.


Το 1884 πραγματοποιείται η έκδοση της Διατριβής του «Περί άτονου και απνευμάτιστου γραφής». Στο κείμενο του αναλύει απόψεις του για την κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων, τα οποία θεωρεί διακοσμητικά και μόνο στοιχεία, που δυσκολεύουν τη σωστή γραφή κειμένων από το λαό. Σχολιάζει πως ο λαός, μετά την πνευματική στέρηση που υπέστη επί Τουρκοκρατίας, δυσκολεύεται στην εκμάθηση της γλώσσας και τα πνεύματα και οι τόνοι εντείνουν αυτή τη δυσκολία. Εξηγεί πως μόνο κάποιες λέξεις που ο λάθος τονισμός τους αλλάζει και τη σημασία τους χρειάζονται τόνο. Ακόμη επισημαίνει ότι τα πνεύματα και οι τόνοι δεν υπήρχαν ως εξαρτήματα της αρχαίας γλώσσας που διαβαζόταν τραγουδιστά και το νόημα της ύπαρξής τους τώρα έχει χαθεί και μόνο διακοσμητικό ρόλο επιτελούν.

‘’Επειδή όμως τινές νομίζουν ότι, αφαιρουμένου του σημείου του τονισμού, θα επέλθη δυσκολία εις την ανάγνωσιν, δια τούτο, προς εξομάλυνσιν παντός προσκόμματος, δύναται να γίνη χρήσις ενός μόνο σημείου, μιας οξείας λόγω χάριν, δια την τονιζόμενην συλλαβήν των δισυλλάβων και υπερδισυλλάβων λέξεων, αυτόχρημα καθώς ετονίσθη και η τελευταία αυτή παράγραφος. Ούτως δε, ουδείς πλέον ποτέ θα δύναται να αντιτάξη τι’’.


Το 1887 επιστρέφει στη Σαμοθράκη και αναλαμβάνει τα πρακτικά της Εκκλησίας ως Αρχιερατικός Επίτροπος και πρακτικογράφος. Συμμετέχει στα κοινά, άλλοτε ως Δήμαρχος και άλλοτε ως ζωτικό δυναμικό κύτταρο της Σαμοθράκης. Ψάλλει στην εκκλησία ως γνώστης της εκκλησιαστικής μουσικής.
Από το νησί του παρακολουθεί την πνευματική και φιλολογική κίνηση, ασκεί την Ιατρική, ασχολείται με τα κοινά, ψάλλει, ασχολείται με τη μουσικολογία και αρθρογραφεί πάνω σε λογοτεχνικό, ιστορικό, θρησκευτικό, αρχαιολογικό, γλωσσολογικό, λαογραφικό, νομισματικό, γεωλογικό και ιατρικό υλικό, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο μελετητής της μουσικής συλλογής του Φαρδύ Δραγούμης .


Ο Φαρδύς οδηγεί και ξεναγεί τους επίσημους επισκέπτες του νησιού. Θεωρεί τιμή του να συμμετέχει στις έρευνες του Γάλλου ερευνητή Σαμπουαζό που το καλοκαίρι του 1891 οργανωμένα περισυλλέγει ό,τι πολύτιμο μπορεί να βρει στον αρχαιολογικό χώρο της Παλαιάπολης:
‘’...προς Β του πύργου της Παλαιαπόλεως εις 200 περίπου μέτρων απόστασιν από της βάσεως αυτού, παρετήρησα θέσιν τινά επίπεδον σχήματος κυκλικού... η θέσις του οικοδομήματος τούτου... είναι τω όντι μαγευτική. Ο οφθαλμός του ανθρώπου έχει εκείθεν παρούσαν όλην την από του Ακρωτηρίου μέχρι των θερμών Ακρόπολιν της Σαμοθράκης, ο δε κ. Champoiseau δεν ανήρεσε την γνώμην μου ταύτην.’’


Στα 1890 σημειώνει τις παρατηρήσεις του για τη γρίπη που ενέσκηψε στη Σαμοθράκη. Με τη μελέτη αντιμετωπίζει την υγεία των συγχωριανών του τη σωματική, αλλά το ίδιο κάνει και για την ψυχική τους υγεία, όπως φαίνεται απ’ τα πρακτικά της εκκλησίας, όπου αναγράφονται θέματα της ζωής των χωρικών που προστρέχουν προς λύση των προβλημάτων τους στην διαιτησία της εκκλησίας.


Aπό το 1890 και μετά γίνεται μέλος διαφόρων ελληνικών και ξένων επιστημονικών συλλόγων, συμμετέχει σε μουσικούς αγώνες και συγχρόνως ανακοινώνει σκέψεις του για την πορεία και τα καταστατικά των μουσικών αγώνων. Στις 10 Νοεμβρίου 1897 ανακοινώνεται ότι παραλήφθηκε η αγγελία του Ελληνικού Επιθετολογίου του, που όμως έκτοτε δεν εμφανίζεται και για το οποίο η κόρη του Φαρδύ, Μυρσίνη Φαρδύ, σύζυγος Βάκη Μαλαματίνα, διηγείται ότι δόθηκε από την Ασσανιώ Φαρδύ στον Ίωνα Δραγούμη προς έκδοση.


Η σχέση του με τους συλλόγους που προαναφέρθηκαν δεν περιορίζεται στην αποστολή υλικού για διαγωνισμούς, αλλά και στην αποστολή θεωρητικών άρθρων. Το 1893, χρονιά των σεισμών για το νησί της Σαμοθράκης, ο Φαρδύς συντάσσει σχετικό άρθρο και στη συνέχεια ολοκληρώνει τη θεωρία του για τα Ζγόραφα «ως κέντρον των σεισμών της Σαμοθράκης». Επίσης, το 1898 τυπώνεται το «Σχολικό Ανάγνωσμα» και ένα χρόνο μετά «Τα νομισματικά της Σαμοθράκης». Το "Επιθετολόγιο" και η "Ιστορία της Σαμοθράκης" μένουν ανέκδοτα λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ωστόσο, κάποια λογοτεχνήματα όπως ο «Ανθρωποσώστης αίλουρος» εκδίδεται, ενώ άλλα όπως «Η νήσος των φαγάδων», «Το πρώτο μου φίλημα», «Η Ορφανή» και άλλα μαζί με ανέκδοτα, σατιρικά ποιήματα, λαογραφικό υλικό και παραμύθια, μένουν ανέκδοτα.


Οι τελευταίες του δημοσιεύσεις είναι εμπνευσμένες από την προσωπικότητα του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, για τον οποίο γράφει έναν ύμνο που θα βραβευθεί. Ο Φαρδύς πέθανε το 1901, σε ηλικία 48 ετών.

 

 

ΤΣΟΥΝΤΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ


Γεννήθηκε στη Στενήμαχο το 1857. Φοίτησε στα σχολεία της  Φιλιππούπολης και ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Αθήνα.  Σπούδασε στη Γερμανία και δίδαξε στην Φιλιππούπολη.


Με τις πρώτες εργασίες σχετικά με τα ευρήματα της Αθηναϊκής Ακρόπολης και άλλων μνημείων επιβλήθηκε στους διεθνείς αρχαιολογικούς κύκλους ενώυπήρξε ο μεγάλος και συστηματικός ανασκαφέας της Αρχαιολογικής Εταιρείας.


Το 1833 διορίζεται Έφορος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας επί 21 συναπτά έτη.  Εγκαινίασε το ερευνητικό –ανασκαφικό έργο το 1884 εποπτεύοντας τις αρχαιολογικές έρευνες στο βυθό του στενού της Σαλαμίνας.     Κατά τη διάρκεια της εφορείας του έκανε πολλές ανασκαφές σε διάφορες περιοχές της Ελλάδος.  Το 1886 πραγματοποίησε  ανασκαφή των νεκροταφείων της Ερέτριας που απέδωσε λαμπρά κτερίσματα. Τον ίδιο χρόνο αρχίζει ανασκαφές στις Μυκήνες ενώ παράλληλα πραγματοποιεί ανασκαφές στην Τανάγρα (1887) , στην Λακωνία (1889-1891) όπου στο θολωτό τάφο του Βαφειού βρήκε δύο κύπελλα με έκτυπες παραστάσεις,  αριστουργηματικά δείγματα της μυκηναϊκής χρυσοχοΐας που βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.


Ο Τσούντας ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τη μελέτη του Κυκλαδικού πολιτισμού ταξιδεύοντας συχνά με τις δυσχερέστατες συνθήκες της εποχής στη Αμοργό, τη Σύρο,  στην Πάρο,  την Αντίπαρο, ερευνώντας συνοικισμούς και τάφους  και ανακαλύπτοντας σπουδαία έργα τέχνης. Το 1899  ανέσκαψε  στη Μαρμαριανή της Λάρισας πέντε θολωτούς μυκηναϊκούς τάφους και το 1900 προμυκηναϊκούς στο Βόλο.  Τον επόμενο χρόνο άρχισε την ανασκαφή του προϊστορικού Σέσκλου.  Το 1903 συνεχίζει και συμπληρώνει τις έρευνες του Βαλέριου Στάη (1901) στη νεολιθική ακρόπολη του Διμηνίου. Το 1901διορίστηκε καθηγητής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών ,  όπου διδάσκει το μάθημα της αρχαίας τέχνης ενώ το 1927 δίδαξε για λίγους μήνες και στο νεοσύστατο πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.  Υπήρξε από τα ιδρυτικά (1926) μέλη της Ακαδημίας Αθηνών και διετέλεσε σύμβουλος (1896-1909/1918-1920)και γραμματέας (1909-1911) της Αρχαιολογικής Εταιρείας.  Έγραψε βιβλία  και δημοσίευσε πολλές εργασίες του σε περιοδικά.

Έργα : (1928) Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής Τέχνης,  Μυκήναι και Μυκηναϊκός Πολιτισμός,  Κυκλαδικά,  Αι προϊστορικαί ακροπόλεις του Διμηνίου και του Σέσκλου,  Η Ακρόπολις των Αθηνών.

 

 

ΚΟΥΜΑΝΟΥΔΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ

 

Γεννήθηκε στην Αδριανούπολη το 1818. Φιλόλογος –Αρχαιολόγος, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών,  διέπρεψε με την ευρύτητα της σκέψης του.  Μετά τις σπουδές του στην Γερμανία και στην Γαλλία το 1845 διορίστηκε Υφηγητής της λατινικής Φιλολογίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ένα χρόνο αργότερα έγινε έκτακτος καθηγητής στο ίδιο μάθημα.    Διετέλεσε δάσκαλος του νεαρού Γεωργίου του Α΄και της συζύγου του Όλγας. Ώς γραμματέας επί 35 συναπτά έτη(1859-1894) της Αρχαιολογικής Εταιρείας Αθηνών προέβη σε ανακαλύψεις όπως της Στοάς του Αττάλου, της Αδριανείου Βιβλιοθήκης,  του Ολυμπίου,  του Διονυσιακού θεάτρου του Διπύλου,  του Ασκληπείου ,  του Κεραμεικού. Σ αυτόν οφείλεται κατά μεγάλο μέρος η ίδρυση του Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών.   Μετέφρασε και πλούτισε το λεξικό της λατινικής γλώσσας του Ερρίκου Ουλερίχου (1854).Ενώ  δίδαξε επί σαράντα χρόνια Λατινική Φιλολογία και Ρωμαική Αρχαιολογία. κατείχε σε βάθος και την Ελληνική Φιλολογία.  Ιδιαίτερα ασχολήθηκε με τις αρχαίες επιγραφές των Αθηνών.


Ο Στέφανος Κουμανούδης πρωτοστάτησε στην επανέκδοση της Αρχαιολογικής Εφημερίδας 1883 και εξέδωσε το περιοδικό Φιλίστωρ(1861-1863).Δημοσίευσε και εξέδωσε  μελέτες.  Στο δίτομο έργο «Συναγωγή λέξεων υπό των λογίων πλασθέντων»(1899)προσπάθησε να αποδείξει ότι η ελληνική γλώσσα δεν έχασε ποτέ την ζωντάνια της.


Έργα του : Στρατής Καλοπίχειρος –ποίημα(1851),Επιγραφαί Ελληνικαί (1860),Ιστορία της Ρωμαϊκής Γραμματολογίας (1880),  Συναγωγή λέξεων αθησαυρίστων (1883).

 




ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ

 

Ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης γεννήθηκε στην Κομοτηνή στις 29 Αυγούστου 1909. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος Συμεωνίδης ήταν γιατρός, ανώτερος υγειονομικός δημόσιος λειτουργός στην υπό τουρκική κατοχή τότε Θράκη.

Ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από φοιτητής στράφηκε στη μελέτη και την έρευνα του καρκίνου. Συνέχισε τις σπουδές του με υποτροφία Rockefeller στα πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Βόννης (1933-1938) και ειδικεύτηκε στην Παθολογική Ανατομία, ενώ παράλληλα συνέχισε τις έρευνες του στον καρκίνο.

Επέστρεψε στην Αθήνα το 1938 και ανέλαβε την οργάνωση και διεύθυνση των Εργαστηρίων Παθολογικής Ανατομίας και Πειραματικής Παθολογίας στο νεοϊδρυθέν Ελληνικό Αντικαρκινικό Ινστιτούτο «Άγιος Σάββας». Το 1940 έγινε υποδιευθυντής του Εργαστηρίου Παθολογικής Ανατομίας του Νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» στην Αθήνα.

Το 1944 αναγορεύτηκε Υφηγητής Παθολογικής Ανατομίας και Γενικής Παθολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης ήταν αφοσιωμένος από πολύ νωρίς στη μελέτη και την έρευνα του καρκίνου και εργαζόταν συνεχώς συστηματικά και δημιουργικά στον τομέα αυτόν. Το 1947 μετεκλήθη στο Κέντρο Έρευνας του Καρκίνου των Η.Π.Α. στην Ουάσιγκτον. Οι εργασίες του οδήγησαν στην ίδρυση και καθιέρωση ενός νέου κλάδου Έρευνας του Καρκίνου: της Γεωγραφικής Παθολογίας και Επιδημιολογίας του Καρκίνου με ιδιαίτερη σημασία στη διερεύνηση της αιτιολογίας και της πρόληψης του καρκίνου. Ανέλαβε την οργάνωση και τη διεύθυνση του τμήματος αυτού στο Κέντρο Έρευνας του Καρκίνου των Η.Π.Α. Στην Αμερική έζησε και εργάστηκε δέκα χρόνια, όπου τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις.

Το 1956 ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης εξελέγη τακτικός καθηγητής της Γενικής Παθολογίας και Παθολογικής Ανατομικής στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υπήρξε ο ιδρυτής ουσιαστικά στη Θεσσαλονίκη της Παθολογικής Ανατομικής. Καθιέρωσε και ανέπτυξε την Παθολογική Ανατομική ως κύριο μάθημα στο πρόγραμμα σπουδών της Ιατρικής, και θεμελίωσε και ανέδειξε την ιατρική ειδικότητας της Παθολογικής Ανατομικής, καθώς και της Κυτταρολογίας.

Από το 1957 ήδη ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης εισηγήθηκε την μετατροπή του ιστορικού «Θεαγενείου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης» σε πρότυπο Αντικαρκινικό Ινστιτούτο, με σκοπό την εξυπηρέτηση των ασθενών της Βόρειας Ελλάδας κυρίως, με παράλληλη έμφαση ιδιαίτερα στην πρόληψη του καρκίνου, στην ενημέρωση του κοινού, καθώς και στην έρευνα του καρκίνου. Ανέλαβε με αφοσίωση και πάθος το κύριο βάρος του δύσκολου αυτού έργου, που ολοκληρώθηκε τελικά μετά τον θάνατό του.

Ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης, ως Διευθυντής του Θεαγενείου Αντικαρκινικού Ινστιτούτου-ιδρυτής και ψυχή του- και ως καθηγητής της Παθολογικής Ανατομικής, προσείλκυσε και ενέπνευσε πληθώρα επιστημόνων, οι οποίοι διδάχτηκαν από το δικό του πρότυπο το επιστημονικό ήθος, την αφοσίωση στην έρευνα και το σεβασμό στον άνθρωπο. Στο ερευνητικό Τμήμα του Θεαγενείου, καθώς και στο Πανεπιστημιακό Εργαστήριο, έγιναν από τον ίδιο και τους συνεργάτες και μαθητές του πολλές σημαντικές έρευνες και μελέτες, που δημοσιεύτηκαν σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά, διεθνή και ελληνικά. Εκπονήθηκαν, επίσης, πολυάριθμες διδακτορικές διατριβές και εργασίες υφηγεσίας. Πολλοί συνεργάτες του και ειδικευόμενοι γιατροί αποτέλεσαν το δυναμικό που στελέχωσε σταδιακά τα νεοϊδρυόμενα Νοσοκομειακά Εργαστήρια Παθολογικής Ανατομικής στη Θεσσαλονίκη και τη Βόρεια Ελλάδα.

Ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης υπήρξε ενεργό μέλος σε πολλές διεθνείς Επιστημονικές Εταιρείες και Επιτροπές (Ευρωπαϊκή Εταιρεία Έρευνας του Καρκίνου, Ακαδημία Επιστημών της Νέας Υόρκης, Διεθνής Ακαδημία Παθολογικής Ανατομικής Αμερικανική, Αγγλική και Γερμανική Εταιρεία Παθολογικής Ανατομικής, κ.ά.). Ήταν ιδρυτικό μέλος και μέλος του προεδρείου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας, η οποία προς τιμήν του καθιέρωσε μετά τον θάνατό του να δίδεται διάλεξη στο όνομα του στα επίσημα Συνέδρια της.

Στην Ελλάδα, επίσης ήταν πρόεδρος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου του Αντικαρκινικού Αγώνα, μόνιμος αντιπρόσωπος της Ελλάδας στη Διεθνή Ένωση κατά του Καρκίνου, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Αντικαρκινικής Εταιρείας, κ.ά. Ήταν ο ιδρυτής και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Έρευνας του Καρκίνου, με έδρα το Θεαγένειο. Παράλληλα, ο Συμεωνίδης-προσωπικότητα με βαθιά ανθρωπιστική παιδεία και πολυσχιδή ενδιαφέροντα, ιδεολόγος της δράσης - συμμετείχε ενεργά στην πνευματική και καλλιτεχνική ζωή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και της Θεσσαλονίκης γενικά. Ήταν από τους ένθερμους ιδρυτές του θεσμού της «Φοιτητικής Εβδομάδας» στη δεκαετία του '50 και '60, που είχε τότε μεγάλη σημασία και απήχηση στο φοιτητικό κόσμο και την κοινωνία της Θεσσαλονίκης. Επίσης, υπήρξε δραστήριο μέλος του Δ.Σ. του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος στην εποχή της καθιέρωσης και της ακμής του.

Ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης είχε σύζυγο τη διακεκριμένη χορογράφο Ντόρα Τσάτσου (κόρη του μετέπειτα Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τσάτσου και ανιψιά του Γιώργου Σεφέρη). Η Ντόρα Τσάτσου Συμεωνίδη ήταν αρωγός και συμπαραστάτισσα στο έργο του, ιδιαίτερα στο Θεαγένειο. Ήταν αντιπρόεδρος στο Διοικητικό Συμβούλιο του Θεαγενείου για πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, μέχρι το 1988. Η Ντόρα Τσάτσου χάθηκε στις 15 Ιουνίου του 2000. Είχαν δύο παιδιά, τον Κωνσταντίνο, νομικό και το Γιώργο, μουσικό
Ο Αλέξανδρος Συμεωνίδης απεβίωσε στις 16 Νοεμβρίου 1972, σε ηλικία 63 ετών.

 

 

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ



Ο Αριστοτέλης Κουρτίδης γεννήθηκε στο Μυριόφυτο της Θράκης. Τα μαθητικά του χρόνια τα πέρασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή.

Στη συνέχεια έφυγε στην Αθήνα, όπου σπούδασε Φιλολογία στο πανεπιστήμιο και συνδέθηκε φιλικά με το Δημήτριο Καμπούρογλου, ο οποίος τον σύστησε στον Νικόλαο Παπαδόπουλο, διευθυντή του περιοδικού Η Διάπλασις των Παίδων. Ο Κουρτίδης παντρεύτηκε την αδερφή του Παπαδόπουλου Σταματίνα και ανέλαβε την αρχισυνταξία του περιοδικού, θέση που κράτησε ως το 1894, οπότε ανέλαβε ο Γρηγόριος Ξενόπουλος. Συνεργάστηκε επίσης με τις εφημερίδες Άστυ, Νέον Άστυ, Εστία, Εφημερίς και τα περιοδικά Νέα Εστία, Εθνικόν Ημερολόγιον Σκόκου, Κλειώ, Εθνική Αγωγή, Ραμπαγάς και Παναθήναια, όπου δημοσίευσε άρθρα, μελέτες, χρονογραφήματα, μεταφράσεις, διηγήματα, κριτικά δοκίμια. Από το 1884 και για πέντε χρόνια εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας (γραμματέας) και από το 1889 ως το 1892 σπούδασε φιλοσοφία, παιδαγωγική και ψυχολογία και πραγματοποίησε διδακτορική διατριβή στο πανεπιστήμιο της Ιένας.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία, εργάστηκε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών ως καθηγητής δραματολογίας και ψυχολογίας (μετά από πρόταση του Δημητρίου Κορομηλά) και στη Βασιλική Δραματική Σχολή. Από την ενασχόλησή του με το θέατρο προέκυψε και η αξιόλογη κριτική του δραστηριότητα, για την οποία ήταν γνωστός στους αθηναϊκούς πνευματικούς κύκλους. Πραγματοποίησε παράλληλα διαλέξεις στο φιλολογικό σύλλογο Παρνασσός, στα πλαίσια του οποίου υπήρξε και οργανωτής της Σχολής Απόρων Παίδων. Από το 1897 και ως το θάνατό του αφοσιώθηκε στη διδασκαλία εκπαιδευτικών ως καθηγητής φιλοσοφίας και παιδαγωγικής (διδασκαλεία Αρρένων Αθηνών, Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, Νηπιαγωγών της Ενώσεως Ελληνίδων και Θηλέων του Πειραιά). Πέθανε στην Αθήνα.

Το συγγραφικό έργο του Αριστοτέλη Κουρτίδη καλύπτει το ευρύ πλαίσιο ενδιαφερόντων του από επιστημονικές ψυχοπαιδαγωγικές μελέτες και σχολικά βιβλία ως τη διηγηματογραφία (παιδική και κοινωνική) και τις λογοτεχνικές μεταφράσεις. Ο Αριστοτέλης Κουρτίδης ανήκει στους λογοτέχνες της γενιάς του 1880, ειδικότερα στους συγγραφείς που συνδύαζαν στο έργο τους τον επιστημονικό και το λογοτεχνικό λόγο. Με ευδιάκριτο παιδαγωγικό-διδακτικό στόχο, το διηγηματικό έργο του θεωρείται από τα θεμελιώδη της νεοελληνικής παιδικής λογοτεχνίας, ενώ δημοσίευσε επίσης διηγήματα κοινωνικού προβληματισμού εντασσόμενα στο λογοτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε την εποχή εκείνη στην Αθήνα, ως αντίδραση στο λεγόμενο αθηναϊκό ρομαντισμό. Στο ζήτημα της γλώσσας χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα και στην πορεία τη μικτή καθαρεύουσα αλλά και δημοτική. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αριστοτέλη Κουρτίδη βλ. Πολυκανδριώτη Ράνια, «Αριστοτέλης Κουρτίδης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας• Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμοΖ΄ (1880-1900), σ.254-270. Αθήνα, Σοκόλης, 1997, Χάρης Πέτρος, «Κουρτίδης Αριστοτέλης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας9. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ. και χ.σ., «Κουρτίδης Αριστοτέλης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό5. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1986.

 

ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΣΤΙΛΠΩΝ

 

Γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1887. Φοίτησε στο Εθνικό Πανεπιστήμιο Αθηνών απ’ όπου και πήρε τον τίτλο του διδάκτορα.  Δίδαξε στη Ζωσιμαία Σχολή και στο Παγκύπριο Γυμνάσιο (1912-1914)


Καθηγητής  της Λαογραφίας,  της θρησκείας των αρχαίων Ελλήνων και του ιδιωτικού βίου στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.  Εργάστηκε ως συντάκτης στο Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής γλώσσας (1914)ενώ από το 1918 γίνεται διευθυντής του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών μέχρι το 1926 οπότε και εκλέγεται τακτικός καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


Διετέλεσε διευθυντής στο περιοδικό Λαογραφία από το 1921 έως το 1951 και συγχρόνως διηύθυνε τα Μακεδονικά και τα Ελληνικά με τον Λίνο Πολίτη.
Γραμματέας της Ελληνικής λαογραφικής εταιρείας  από το 1914 έως το 1926,  ανέλαβε την έκδοση του περιοδικού «Δελτίον της Λαογραφίας» μετά το θάνατο του Ν.Γ.Πολίτη, εξέδωσε πλείστα έργα λαογραφικού περιεχομένου και ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

 

ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ


Η Έφη Μπέμπο, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε το 1910 στην Καλλίπολη της Ανατολικής Θράκης. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Τσαριτσάνη του νομού Λάρισας και κατόπιν στο Βόλο, όπου οι γονείς της εργάστηκαν ως καπνεργάτες.


Ξεκίνησε την καλλιτεχνική της πορεία τυχαία το 1930, τραγουδώντας σ' ένα ζαχαροπλαστείο της Θεσσαλονίκης για να συνεισφέρει οικονομικά στο σπίτι της. Τρία χρόνια αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα, όπου προσελήφθη από τον θεατρικό επιχειρηματία Φώτη Σαμαρτζή στο «Κεντρικόν», προκειμένου να συμμετάσχει στην επιθεώρηση «Παπαγάλος 1933». Την ίδια περίοδο υπέγραψε και το πρώτο της συμβόλαιο στη δισκογραφική εταιρία Columbia, ερμηνεύοντας ερωτικά τραγούδια της εποχής και λόγω της ιδιαίτερης μπάσας φωνής της η καταξίωση δεν άργησε να έρθει.


Με την κήρυξη του πολέμου το 1940 ανέλαβε την εμψύχωση των ελλήνων στρατιωτών στο μέτωπο με πατριωτικά και σατυρικά τραγούδια, ενώ πρωταγωνίστησε σε επιθεωρήσεις που προσάρμοζαν το θέμα τους στην πολεμική επικαιρότητα. Όταν τα ναζιστικά στρατεύματα εισήλθαν στην Αθήνα φυγαδεύτηκε στη Μέση Ανατολή, όπου συνέχιζε να τραγουδά για τα εκεί ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα. Έγινε σύμβολο του έθνους, ταύτισε το όνομά της με το αλβανικό έπος και χαρακτηρίστηκε «Τραγουδίστρια της Νίκης».


Το 1949 απέκτησε δική της θεατρική στέγη στο Μεταξουργείο. Σε μια εποχή που θέατρα έκλειναν και μετατρέπονταν σε κινηματογράφους, η Βέμπο επανέφερε την επιθεώρηση, ανεβάζοντας έργα που διατήρησαν ζωντανή την παράδοση της λαϊκής σάτιρας και καθιέρωσαν τους μεγάλους κωμικούς μας. Ταυτόχρονα, έβαλε τα θεμέλια μιας καινούριας εποχής για το ελληνικό τραγούδι, λανσάροντας το «αρχοντορεμπέτικο».


Όλα αυτά τα χρόνια, η Σοφία Βέμπο διατηρούσε δεσμό με τον συγγραφέα και στιχουργό Μίμη Τραϊφόρο, με τον οποίο παντρεύτηκε τελικά το 1957.
Το 1959 πρωταγωνιστεί στην κινηματογραφική ταινία «Στουρνάρα 288», όπου υποδύεται μια διάσημη τραγουδίστρια που ξεχάστηκε από τους θαυμαστές της κι εργαζόταν ως καθηγήτρια πιάνου. Είχε προηγηθεί η συμμετοχή της το 1955 στην κλασσική «Στέλλα» και το 1938 στην «Προσφυγοπούλα», όπου είχε κάνει και το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη.


Στα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισε να αραιώνει τις θεατρικές εμφανίσεις της και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας αποσύρθηκε οριστικά. Την περίοδο 1967-1974 συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα. Τη βραδιά του «Πολυτεχνείου» άνοιξε το σπίτι της κι έκρυψε φοιτητές, τους οποίους αρνήθηκε να παραδώσει όταν η ασφάλεια χτύπησε την πόρτα της.Πέθανε στις 11 Μαρτίου του 1978 και η κηδεία της μετατρέπεται σ' ένα πάνδημο συλλαλητήριο.

 

ΛΟΓΟΘΕΤΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

 

Δημοφιλής ηθοποιός του ελληνικού θεάτρου και του κινηματογράφου. Ερμήνευσε εκατοντάδες ρόλους του διεθνούς και ελληνικού ρεπερτορίου και έπαιξε σε 106 ταινίες.


Γεννήθηκε το 1898 στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης και έζησε τα νεανικά του χρόνια στην Κωνσταντινούπολη. Αποφοίτησε από το Ζωγράφειο Γυμνάσιο το 1915 και τον επόμενο χρόνο εμφανίσθηκε ως ερασιτέχνης ηθοποιός, προκαλώντας μεγάλη εντύπωση στο ομογενειακό κοινό της Πόλης.
Το 1918 ήρθε οικογενειακώς στην Αθήνα και το 1919 άρχισε την επαγγελματική του καριέρα δίπλα στη Μαρίκα Κοτοπούλη, με τον θίασο της οποίας συνεργάστηκε έως το 1946, οπότε δημιούργησε δικό του θεατρικό σχήμα. Έπαιξε εκατοντάδες ρόλους του κλασσικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, κωμικούς και δραματικούς («Όπως αγαπάτε» του Σαίξπηρ, «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, «Κνοκ» του Ζιλ Ρομέν, «Βολπόνε» του Μπεν Τζόνσον, «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» του Κέσερλινγκ).


Από το 1946, όταν σχημάτισε τον προσωπικό του θίασο, υπηρέτησε τη νεοελληνική κωμωδία και φάρσα. Σημαντικές επιτυχίες του υπήρξαν τα έργα: «Ένας βλάκας και μισός», «Προς θεού μεταξύ μας» και «Φαταούλας» του Δημήτρη Ψαθά, «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Δεσποινίς ετών 39», «Ένας ήρωας με παντούφλες», «Οι δικοί μας άνθρωποι», «Ένα βότσαλο στην λίμνη» των Σακελλάριου - Γιαννακόπουλου και η «Γυνή να φοβήται τον Άνδρα» του Γιώργου Τζαβέλλα.


Ως κωμικός, ο Λογοθετίδης έπλασε τον θεατρικό χαρακτήρα του έλληνα αυτοδημιούργητου μικροαστού, σε μια εποχή, όπως η μεταπολεμική, ραγδαίας και βίαιης αστικοποίησης του νεοέλληνα αγρότη. Αντιφατικός, συναισθηματικός, μικροτύραννος, άπληστος, αφοπλιστικός, μικροαπατεώνας και ταυτόχρονα καταφερτζής και γενναιόδωρος.


Οι περισσότερες από τις θεατρικές επιτυχίες του μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη κι έτσι διασώθηκε το απόλυτα προσωπικό υποκριτικό του ύφος. Κορυφαία του στιγμή θεωρείται ο ρόλος του στο κωμικό δράμα του Γιώργου Τζαβέλα «Η Κάλπικη Λίρα» (1955), που διακρίθηκε διεθνώς και είναι μία από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου.


Τα σοβαρά προβλήματα υγείας δεν του επέτρεψαν να πρωταγωνιστήσει στην κωμωδία «Ο Ηλίας του 16ου», ρόλο τον οποίο πήρε τελικά ο Κώστας Χατζηχρήστος. Πέθανε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου του 1960.

 

 

ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Ο Γεώργιος Γεννάδιος, λόγιος και δάσκαλος του Γένους, υπήρξε σπουδαίο παράδειγμα εκπαιδευτικού παράγοντα του 19ου αιώνα. Κατάφερε όχι μόνο να μεταβιβάσει γνώσεις στους μαθητές του, αλλά και να τους εξοικειώσει με το βαθύτερο νόημα της κλασικής παιδείας οδηγώντας τους στη βίωση των ιδανικών της ελευθερίας και της εθνικής αποκατάστασης.


Ηπειρώτης, γεννημένος όμως στα 1786 στη Σηλυβρία της Θράκης. Διδάχθηκε τα κοινά γράμματα στον τόπο καταγωγής του, στα Δολιανά του Ζαγορίου, και επέστρεψε στα Ιωάννινα, όπου άρχισε το δεύτερο κύκλο των σπουδών του. Τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ολοκλήρωσε στο Βουκουρέστι με δάσκαλο τον Λάμπρο Φωτιάδη. Το 1809 πήγε στη Δακία για να σπουδάσει ιατρική, γρήγορα όμως τον κέρδισε η φιλολογία. Το 1814-15 επέστρεψε στο Βουκουρέστι εργαζόμενος στην αρχή ως οικοδιδάσκαλος, έπειτα δίδαξε στη περίφημη Σχολή Βουκουρεστίου, όπου την περίοδο εκείνη σχολαρχούσε ο Νεόφυτος Δούκας. Το 1817 προσκλήθηκε στην Οδησσό, όπου οργάνωσε την Ελληνική Εμπορική Σχολή και γνωρίστηκε με τον αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλέξανδρο Α΄ και με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Στη σχολή αυτή διδάσκει για 3 χρόνια και εμψυχώνει τους Έλληνες με την ποικίλη δράση του. Τότε εκδίδει και την εξάτομη "Στοιχειώδη Εγκυκλοπαίδειαν των παιδικών μαθημάτων" που αποτελεί και την πρώτη σειρά παιδικών βιβλίων.     

Το 1820 επιστρέφει στο Βουκουρέστι. Μυημένος στη Φιλική Εταιρία, αναλαμβάνει τον ιερό ρόλο να προετοιμάσει τους μαθητές του για τον αγώνα αποτίναξης του τουρκικού ζυγού. Μετά την αποτυχία στο Δραγατσάνι, επιστρέφει στην Οδησσό κι από εκεί στη Λειψία και τη Γοττίγκη (Γερμανία) για να ολοκληρώσει τις φιλοσοφικές και θεολογικές του σπουδές. Το 1824 κατεβαίνει στο Ναύπλιο και το 1826 παίρνει μέρος στην άτυχη εκστρατεία της Καρύστου με αρχηγό τον Φαβιέρο.

Αλησμόνητη έμεινε η  εμπνευσμένη ομιλία του στο Ναύπλιο μετά την πτώση του Μεσολογγίου, όπου με το προσωπικό του παράδειγμα συνετέλεσε ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα και να συγκροτηθεί μια στρατιωτική δύναμη που χρησιμοποίησε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης για να αναζωπυρώσει τον απελευθερωτικό αγώνα.

Το 1829 ο Καποδίστριας του αναθέτει τη συγκρότηση της δημόσιας εκπαίδευσης και στο πρόσωπο του βρίσκει έναν πολύτιμο συνεργάτη. Σε αυτόν οφείλεται η οργάνωση του Κεντρικού Σχολείου της Αίγινας, του οποίου υπήρξε και Διευθυντής. Από το 1835 μέχρι το θάνατό του υπηρέτησε ως Γυμνασιάρχης στο Α’ Γυμνάσιο Αθηνών, εποπτεύοντας παράλληλα και το αντίστοιχο Ελληνικό σχολείο. Το 1836 συνηγόρησε στην ίδρυση της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, στην οποία χρημάτισε αντιπρόεδρος. Δίδαξε επίσης στο Αρσάκειο, στη Ριζάρειο Σχολή και στο Πανεπιστήμιο. Το 1838 αναγορεύτηκε επίτιμος Διδάκτορας του Πανεπιστημίου της Λειψίας, τίτλος που δόθηκε για πρώτη φορά σε Έλληνα.

Το 1854 πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χολέρας. Ο Γεώργιος Γεννάδιος τιμήθηκε για πρώτη φορά μετά το θάνατό του και την τιμή αυτή την απέδωσε η Εκκλησία.

 

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Γεννήθηκε το 1923 στη Ξάνθη. Το 1952 ίδρυσε την «Φιλοπρόοδο Ένωση Ξάνθης» και οργάνωσε ποικίλες πνευματικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Στην Ξάνθη έμεινε μέχρι το 1955 όπου και εργαζόταν ως διευθυντής της δημοτικής βιβλιοθήκης. Το 1957 η Ακαδημία Αθηνών τον τίμησε με το πρώτο κρατικό βραβείο θεατρικής πεζογραφίας. Το 1960 ιδρύει το περιοδικό «Θρακικά Χρόνια» και συνεργάζεται με διάφορα περιοδικά, εφημερίδες, αλλά και με ραδιοφωνικούς σταθμούς. Τέλος, το 1962 πήρε το βραβείο διηγήματος και ποιήσεως από τα πνευματικά σωματεία της Θράκης. Ενίοτε χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ορφέας Μελίδης για να υπογράφει τις ποιητικές του συλλογές.
Έργα του:
Οι πρώτες φλόγες, 1959.
Η πυρωμένη άμμος, 1961.
Τα Άβδηρα και ο Δημόκριτος, 1965.
Τα παιδιά των πελαργών

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ


Γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη ή Βυζώ της Ανατολικής Θράκης. Φοίτησε στην Κωνσταντινούπολη και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία και στο Παρίσι. Είναι ο πρώτος Έλληνας ο οποίος σπούδασε συστηματικά αισθητική, νεώτερη Ψυχολογία και Φιλοσοφία στην οποία μάλιστα έκανε και διατριβή.

Έγραψε αρχικά ποιήματα: "Κόδρος" - για το οποίο βραβεύεται, "Βοσπορίδες Αύραι" και "Ατθίδες Αύραι". Στη συνέχεια στράφηκε προς τη διηγηματογραφία, με θέματα από τα παιδικά του χρόνια, γράφοντας διηγήματα ηθογραφικού περιεχομένου. Μερικά από αυτά είναι: "Το αμάρτημα της μητρός μου", "Ποίος ήταν ο φονεύς του αδελφού μου", "Το μόνον της ζωής του ταξίδιον", "Γιατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα". Η αγάπη του για το παιδί και ο σκοπός του να μορφώσει πατριδογνωστικά και ηθικο-θρησκευτικά προβάλλει έντονα από όλα του τα έργα. Ήταν πραγματικός και συνειδητός έλληνας πατριώτης. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πνευματικού ανθρώπου, ο οποίος ήταν με φανατισμό προσκολλημένος στην Ιδέα και στον Ιερό χώρο της Πατρίδας.

"Ο Γ. Βιζυηνός είναι πραγματικός εθνικός ποιητής, γιατί ανταποκρίνεται στο βαθύτερο αίσθημα του δημοτικισμού, το αίτημα να εκφραστεί το έθνος με τη γνήσια, την ατόφια μορφή του, χωρίς φτιασίδια και μιμήσεις" (Σπύρος Μελάς).

 

 

ΚΥΡΙΛΛΟΣ Ο ΣΤ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ

 

Ο Κύριλλος, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Σερμπετζόγλου, γεννήθηκε το 1775 στην Αδριανούπολη (Ανατ. Θράκης). Από μικρός διακρίθηκε για τη σπάνια ευφυΐα και την ισχυρή του θέληση και ήταν μεταξύ των πρώτων σε επίδοση και ήθος συμμαθητών του στην Ελληνική Σχολή Ανδριανουπόλεως όπου φοιτούσε. Ο ίδιος επέλεξε το δρόμο του Χριστού και μπήκε στον Ιερό Κλήρο χειροτονούμενος το 1791 Διάκονος από το Μητροπολίτη Ανδριανουπόλεως Καλλίνικο. Το 1803 χειροτονείται Δεσπότης στο Ικόνιο και λίγο αργότερα τοποθετείται στο Μητροπολιτικό Θρόνο Αδριανουπόλεως, ενώ το 1813 αναλαμβάνει το Ύψιστο αξίωμα και εκλέγεται Οικουμενικός Πατριάρχης. Τα θρησκευτικά του καθήκοντα συνδυάζονται από την αρχή με το πνευματικό του έργο, ενώ η ακτινοβολούσα από αρετές προσωπικότητα του, οι αγαθοεργίες και η δράση του τον κάνουν σεβαστό και αγαπητό σε όλους. Όταν φουντώνει η ιδέα της Ελευθερίας και αρχίζουν τα σχέδια για τον ξεσηκωμό, διευθύνει την εθνική αφύπνιση με φρόνηση, για να μην τους υποψιαστούν οι Τούρκοι. Με την κήρυξη της επανάστασης άρχισαν οι συλλήψεις και οι εκτελέσεις. Την Κυριακή του Θωμά του 1821, ο Κύριλλος συλλαμβάνεται, οδηγείται στην Μητρόπολη Αδριανούπολης και απαγχονίζεται. Το πτώμα του έμεινε κρεμασμένο επί 3 ημέρες και μετά ρίχτηκε στον Έβρο ποταμό, μαζί με άλλους 32. Το περισυνέλεξε με κίνδυνο της ζωής του και το έθαψε στο σπίτι του ο Χ. Αργυρίου και το 1829 τα ιερά οστά του Κύριλλυυ μεταφέρονται στο Μητροπολιτικό Ναό Αδριανουπόλεως. Με την πτώση της Αδριανούπολης στους Τούρκους (1922) τα ιερά κειμήλια και τα οστά του Πατριάρχου μεταφέρθηκαν στην Αθήνα και πολλά από αυτά βρίσκονται στο μουσείο Μπενάκη και στο Βυζαντινό. Το 1933, με ενέργειες της η Π.Ο.Θ.Σ., ο Πατριάρχης Κύριλλος ο Στ' ανακηρύχθηκε ΑΓΙΟΣ και η μνήμη του τιμάται στις 18 Απριλίου.

 

 

ΠΟΛΥΔΩΡΑΣ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ «Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ»

Γεννήθηκε το 1884 στις Σαράντα Εκκλησίες της Ανατ. Θράκης. Τις πρώτες του σπουδές τις έκανε στη Φιλιππούπολη και στη συνέχεια σπούδασε ως υπότροφος στο πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ παρακολουθούσε μαθήματα από εξέχοντες καθηγητές στο Παρίσι. Υπηρέτησε ως καθηγητής επί 42 χρόνια.

Έγγραψε Θρακικές ηθογραφίες, Αθηναϊκές ηθογραφίες και θαλασσινά διηγήματα. Ο Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες στη νεοελληνική διαλεκτολογία με το γλωσσικό υλικό των θρακικών ιδιωμάτων. Επίσης πολύτιμες υπηρεσίες πρόσφερε στη νεοελληνική λαογραφία με σειρά λαογραφικών κειμένων, εθίμων, παραδόσεων, τραγουδιών και παραμυθιών που δημοσίευσε στο βιβλίο του "το Θρακικό παραμύθι". Πολλά του οφείλει επίσης ο κλάδος της λαϊκής μουσικής με τις πλούσιες συλλογές λαϊκών τραγουδιών της Θράκης, των οποίων τις μελωδίες μελέτησε συγκριτικά με τη Βυζαντινή μουσική, καταδεικνύοντας τη συγγένεια τους. Σημαντική θέση, επιπλέον, κατέχουν οι μελέτες του εθνικού και πατριωτικού περιεχομένου για την προσφορά των θρακών στη Φιλική Εταιρεία και στους απελευθερωτικούς αγώνες από το 1821-1922.


Το 1934 μαζί με άλλους επίλεκτους Θρακιώτες ίδρυσε το "Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού Θησαυρού" και το 1937 την «Εταιρεία Θρακικών Μελετών». Για τον Πολύδωρο Παπαχριστοδούλου ο Ν. Ανδριώτης, Πρύτανης του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, σε ομιλία προς τιμή του, στις 18-11-1962 λέει: "Αναρωτιέμαι τι περισσότερο μπορεί να επιτελέσει ένας άνθρωπος στη ζωή του, για να του αναγνωρίσουμε ότι πλήρωσε ακέραιο το χρέος του προς τη μικρή και μεγάλη του πατρίδα και ως επιστήμονας και ως άνθρωπος"

 

 

ΣΑΡΑΝΤΗΣ ΑΡΧΙΓΕΝΗΣ

Ο Σαράντης Αρχιγένης γεννήθηκε το 1808 στη γραφική κωμόπολη των Επιβατών της προποντίδος (Ανατ. Θράκη). Φοίτησε στη μεγάλη του Γένους Σχολή και στη συνέχεια στο Παρίσι όπου σπούδασε γιατρός, αναγορευόμενος διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής των Παρισίων. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, διορίστηκε καθηγητής Παθολογίας και Χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο. Στην εξάσκηση του επαγγέλματος του ως γιατρός έτρεχε όπου υπήρχαν πάσχοντες, εκτελούσε έργα πρόνοιας για τους φτωχούς, συνέγραψε και δίδασκε ως καθηγητής για 33 ολόκληρα χρόνια μέχρι το τέλος της ζωής του. Ο Σαράντης Αρχιγένης, παράδειγμα φιλανθρωπίας, γενναιοδωρίας, επιστήμης και φιλοπατρίας, μπόρεσε να αφήσει αθάνατο το όνομα του, ιδρύοντας στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τους Επιβάτες, το "Αρχιγένειον Παρθεναγωγείον" (1857) στο οποίο νέες σπούδαζαν δασκάλες και διέδιδαν τα ελληνικά γράμματα σ' όλη τη Θράκη, αλλά και στη Μ. Ασία, στον Πόντο, στα νησιά του Αιγαίου μέχρι και την Αίγυπτο. Το 1867 ίδρυσε, προς τιμήν της αγαπημένης του συζύγου, το "Ελένειον εκπαιδευτήριον" στο οποίο νέοι σπούδαζαν δάσκαλοι και στη συνέχεια το 1873 το "Αρχιγένειον Νηπιαγωγείον" και το "Αρχιγένειον Ορφανοτροφείον" στα οποία διατρέφονταν και σπούδαζαν παιδιά ορφανά. Ο Σαράντης Αρχιγένης με τη ζωή και το έργο του θεωρείται ένας από τους μεγάλους ευεργέτες του Έθνους.

 

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΡΤΙΔΗΣ


 

Ο Κων/νος Κουρτίδης γεννήθηκε το 1870 στην Αδριανούπολη και υπήρξε δάσκαλος, ιατρός, πολιτευτής και ιστοριογράφος της Θράκης. Τίμιος και σεμνός επιβάλλονταν με την ηθική του αξία. Ως φιλόλογος και γιατρός εργάστηκε στο Σουφλί. Πολιτεύτηκε με το κόμμα των Φιλελευθέρων και εξελέγη Βουλευτής, ενώ διετέλεσε και Υπουργός Θράκης. Έγραφε ιστορία της Θράκης και ιστορικές και λαογραφικές μελέτες της Ανδριανούπολης και της Θράκης. Πέθανε το 1944 στην Αθήνα, αφού αφιέρωσε όλη του τη ζωή στη μελέτη και καταγραφή του Θρακικού Ελληνισμού.

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΡΙΦΗΣ


Ο Γεώργιος Ζαρίφης γεννήθηκε το 1806 στο Μέγα ρεύμα της Κωνσταντινούπολης από πατέρα έμπορο. Ο Ζαρίφης πίστευε ιδιαίτερα στην πολιτιστική ακτινοβολία του υπόδουλου ελληνισμού, γι αυτό η μεγάλη του αγάπη και ο κύριος στόχος των ευεργεσιών του ήταν η Παιδεία. Βοήθησε λοιπόν να ιδρυθεί στο Φανάρι η Μεγάλη του Γένους Σχολή, για να αποτελέσει τη διάδοχο του περίφημου Βυζαντινού Πανεπιστημίου, του Πανδιδακτηρίου. Δικά του έργα ήταν επίσης τα νηπιαγωγεία της Προύσας και των Θεραπειών. Και το μεγάλο του έργο, τέλος, ήταν τα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππούπολης (1876), που αποτέλεσαν το φάρο της ελληνικής παιδείας στη βόρεια Θράκη.

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΜΑΡΑΣΛΗΣ

Ο πανελληνίως γνωστός ευεργέτης για τα έργα φιλανθρωπίας και πνευματικής προόδου που χάρισε στο έθνος, γεννήθηκε το 1831 στην Οδησσό, από πατέρα Φιλιππουπολίτη και μητέρα Κωνσταντινουπολίτισσα. Βοήθησε αποφασιστικά με τις πλούσιες συνδρομές του στην ίδρυση πολυάριθμων εκπαιδευτικών και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που είναι: Μαράσλειος Σχολή Φιλιππούπολης και Φαναριού, Μαράσλειο Διδασκαλείο Αθήνας (η σημερινή Μαράσλειος Παιδαγωγική Ακαδημία, στην πλαγιά του Λυκαβητού), εμπορική Ακαδημία (επί της λεωφόρου Κηφισίας) και τέλος η "Μαράσλειος Βιβλιοθήκη" που είναι μια σειρά από εκλεκτά και επιστημονικά βιβλία. Το έργο του υπήρξε τεράστιο και δίκαια κατατάσσεται στους μεγάλους ευεργέτες του Έθνους.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

 

Γεννήθηκε το 1883 στον Πύργο της Βόρειας Θράκης (Ανατολική Ρωμυλία). Αφού αρίστευσε στην Αστική Σχολή Πύργου, φοιτά στα Ζαρίφεια Διδασκαλεία Φιλιππούπολης και από κει με υποτροφία σπουδάζει στη Φιλοσοφική σχολή Αθηνών και στο Παρίσι. Όταν επιστρέφει, εργάζεται ως καθηγητής και αρχίζει να δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα. Το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας του θερμαίνει την καρδιά και γράφει συνεχώς στίχους παρακινώντας όλους προς τη μεγάλη Ελλάδα, που θα σήμανε την ένωση και της δικής του πατρίδας. Το 1924 διορίζεται καθηγητής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο διδασκαλείο Μέσης εκπαίδευσης και ταυτόχρονα καθηγητής στην Παιδαγωγική Ακαδημία. Τα έργα του εντάσσονται σε τρεις κατηγορίες: ποιητικά, πεζογραφικά, κριτικά. Είναι μεγάλος λυρικός και σατιρικός ποιητής, δυνατός και εύστοχος πεζογράφος, διεισδυτικός κριτικός. Μέσα από αυτά οριοθετείται ένας νέος κόσμος, ο κόσμος της δικαιοσύνης, της δημοκρατίας. Σημαντικότερά του έργα: "Το φως που καίει", "Σκλάβοι πολιορκημένοι", Ή αληθινή απολογία του Σωκράτη", Ή μάνα του Χριστού". Ο Κώστας Βάρναλης κατέχει σημαντική θέση ανάμεσα στους κλασσικούς του νεοελληνικού λόγου και πολύ εύστοχα ο Γ. Βαλέτας χαρακτηρίζει το Βάρναλη «ραψωδό της αισιοδοξίας, της πίστης στον άνθρωπο και στις Λαογέννητες δυνάμεις σε πανανθρώπινη κλίμακα».

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΘΕΟΔΩΡΗ

 

«Κύριοι, ζητήσατε να σας απαντήσω σε χίλια δυο πράγματα, κανείς σας όμως δεν θέλησε να μάθει ποιος ήταν ο δάσκαλός μου, ποιος μου έδειξε και μου άνοιξε τον δρόμο προς την ανώτερη μαθηματική επιστήμη, σκέψη και έρευνα. Και για να μην σας κουράσω, σας το λέω έτσι απλά, χωρίς λεπτομέρειες, ότι μεγάλος μου δάσκαλος υπήρξε ο αξεπέραστος Έλληνας Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, στον οποίο, εγώ προσωπικά, αλλά και η μαθηματική επιστήμη, η φυσική, η σοφία του αιώνα μας, χρωστάμε τα πάντα» -  Aλμπερτ Αϊνστάιν στην τελευταία συνέντευξη τύπου που παρεχώρησε το 1955


Βιογραφικά στοιχεία


Γόνος γνωστής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης, μέλη της οποίας κατέλαβαν υψηλές θέσεις στην οθωμανική διοίκηση, προασπίζοντας από τις θέσεις αυτές τα συμφέροντα των Ελλήνων ομοεθνών τους, ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή --όπως επικράτησε να λέγεται-- αποτελεί έναν αξιόλογο εκπρόσωπο, μέσω της έρευνάς του, του μαθηματικού πνεύματος του 20ού αιώνα που χαρακτηρίζεται από μια στροφή στην κλασική εντέλεια των αρχαίων ελλήνων μαθηματικών.


Γιος του διπλωμάτη Στέφανου Καραθεοδωρή και της Δέσποινας Πετροκόκκινου, γεννιέται στο Βερολίνο στις 13 Σεπτεμβρίου 1873, όπου ο πατέρας του είναι πρεσβευτής της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε μικρή ηλικία χάνει τη μητέρα του και την ανατροφή του ίδιου, όπως και της αδελφής του Ιουλίας, αναλαμβάνει η γιαγιά του. Μεγαλώνει σε ένα ευρωπαϊκό, επιστημονικό και αριστοκρατικό περιβάλλον, με ζωντανά τα στοιχεία της ελληνορθόδοξης οικογενειακής καταγωγής. Μιλάει πολύ καλά ελληνικά, γαλλικά, γερμανικά και τουρκικά. Φοιτά στη Σχολή της Ριβιέρας και του Σαν Ρέμο. Στο γυμνάσιο των Βρυξελλών, από όπου αποφοιτά, νιώθει στο μάθημα της γεωμετρίας ότι η σχέση του με τα μαθηματικά θα είναι δια βίου.


Ένας διαγωνισμός μαθηματικών, στον οποίο καλείται η τάξη του να διαγωνιστεί επί δύο κατά σειρά χρόνια, αποδεικνύει τις μαθηματικές του ικανότητες. Αναδεικνύεται πρώτος και τις δύο χρονιές. Όνειρό του, η ενασχόληση με τα μαθηματικά. Ο πατέρας του θεωρεί τη μαθηματική επιστήμη «επάγγελμα χωρίς μέλλον». Δεν τον αφήνει να σπουδάσει το αγαπημένο του θέμα και ο Κωνσταντίνος, ακολουθώντας την πατρική προτροπή, σπουδάζει στη Στρατιωτική Σχολή του Βελγίου, από την οποία αποφοιτά ως αξιωματικός του Μηχανικού. Η αγάπη του για τα μαθηματικά αποτελεί όμως γι΄ αυτόν «σαράκι». Συνεχίζει να συμμετέχει σε διαγωνισμούς μαθηματικών, στους οποίους και διαπρέπει. Το 1898 έρχεται στην Αίγυπτο, όπου παραμένει για δυο χρόνια και εργάζεται ως μηχανικός --βοηθός μηχανικού αρχικά-- στο φράγμα του Ασουάν. Οι μαθηματικές αναζητήσεις αποδεικνύονται πολύ γοητευτικές για τον νεαρό Κωνσταντίνο Καραθεοδωρή, ο οποίος δεν κλείνει τα αυτιά του στις σειρήνες... Τον Ιούνιο του 1900, εγκαταλείπει την Αίγυπτο, τα φράγματα, το επάγγελμα του μηχανικού, για τη μεγάλη του αγάπη: τα μαθηματικά.


Κάθεται ξανά στα θρανία της μαθηματικής σχολής των Πανεπιστημίων του Βερολίνου και του Γκέτιγκεν, όπου αναδεικνύεται διδάκτορας το 1908. Η διδακτορική του διατριβή «Περί των ασυνεχών λύσεων στο λογισμό των μεταβολών» είναι η πρώτη μελέτη η οποία ασχολείται συστηματικά με τη θεωρία των σποραδικών λύσεων, καθώς μέχρι τη στιγμή αυτή υπάρχουν μόνο περιορισμένα συμπεράσματα. Η μετέπειτα έρευνά του στον κλάδο αυτό αποφέρει σημαντικά αποτελέσματα σε σειρά άλλων τομέων. Την ίδια χρονιά, το 1908, παντρεύεται στην Κωνσταντινούπολη την Ευφροσύνη, το γένος Καραθεοδωρή, μακρινή συγγενή του. Από τον γάμο αυτόν αποκτά δύο παιδιά, τη Δέσποινα και τον Στέφανο.


Η ακαδημαϊκή του καριέρα περιλαμβάνει έδρες διδασκαλίας μαθηματικών στα γερμανικά πανεπιστήμια της Βόννης, του Ανοβέρου, του Μπρεσλάου, του Γκέτιγκεν, του Βερολίνου και του Μονάχου. Αναδεικνύεται έτσι σε κορυφαίο μαθηματικό παγκόσμιου επιπέδου. Το 1920, αναλαμβάνει κατ΄ εντολή του Ελευθέριου Βενιζέλου να οργανώσει το υπό ίδρυση Πανεπιστήμιο της Ιωνίας στη Σμύρνη, των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης. Κατορθώνει να διασώσει τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Σμύρνης και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, μεταφέροντας τους τόμους της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το διάστημα 1922-1924 είναι καθηγητής μαθηματικών και μηχανικής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Το 1924, εγκαθίσταται οριστικά στο Μόναχο. Επιστρέφει στην Ελλάδα το 1930, προκειμένου να συμβάλει στην αναδιοργάνωση των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης.


Πολύπλευρος και παραγωγικός μαθηματικός πια, ο Κ. Καραθεοδωρή βάζει τη σφραγίδα της επιτυχίας στα θέματα με τα οποία ασχολείται, τα οποία όμως λατρεύει... Το πεδίο της έρευνάς του, ευρύ. Λογισμός των μεταβολών, μερικές διαφορικές εξισώσεις, πραγματικές συναρτήσεις, μιγαδικές συναρτήσεις, γεωμετρική οπτική, θερμοδυναμική, γεωμετρία, θεωρία των συνόλων, αστρονομία, ειδική θεωρία της σχετικότητας του Α. Αϊνστάιν. Πρέπει να σημειωθεί η στενή επιστημονική συνεργασία και αλληλοεκτίμηση μεταξύ του Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή και του Αϊνστάιν. Ο Αϊνστάιν τον θεωρεί δάσκαλό του. Δεν έχει σημασία ότι ο Καραθεοδωρή δεν είναι τόσο γνωστός στο ευρύ κοινό όσο ο Αϊνστάιν.


Εκτός από το πλήθος των πρωτότυπων επιστημονικών εργασιών που δημοσιεύει, πλουτίζει τη διεθνή μαθηματική βιβλιογραφία με σειρά συγγραμμάτων. Κοινό χαρακτηριστικό τους, η μαθηματική τους αυστηρότητα που συνδυάζεται με επιμελημένη επεξεργασία λεπτομερειών και, κυρίως, μια διαυγή διατύπωση των εννοιών και των αποδείξεων. Διερευνά προβλήματα μεταβολών των m-διάστατων επιφανειών εντός ενός n-διάστατου χώρου. Κάνει ευρεία χρήση των μερικών διαφορικών εξισώσεων πρώτου βαθμού ή πρώτης τάξης, των πολλαπλών ολοκληρωμάτων και των γεωμετρικών μεθόδων.


Συμβάλλει με την έρευνά του στη θεωρία των μιγαδικών συναρτήσεων. Ασχολείται με το θεώρημα του Εμίλ Πικάρ, περί προβλημάτων των συντελεστών με τις κανονικές οικογένειες συναρτήσεων πολλών μεταβλητών ή με τη σύμμορφη απεικόνιση... Στον Καραθεοδωρή οφείλεται η αναγνώριση της σπουδαιότητας θεωρήματος του Χέρμαν Σβαρτς, το οποίο δεν είχε έως τότε παρατηρηθεί. Η παρέμβασή του, όμως, σε συνδυασμό με άλλες μαθηματικές έρευνες, ανοίγει νέους ορίζοντες στη μαθηματική επιστημονική έρευνα, οι οποίοι οδηγούν στη μετονομασία από τον Καραθεοδωρή του εν λόγω θεωρήματος σε «λήμμα του Σβαρτς», όπως άλλωστε γίνεται γνωστό στη διεθνή βιβλιογραφία. Ο Καραθεοδωρή, ασχολούμενος με τις πραγματικές συναρτήσεις, εμπνέεται μια αξιωματική διατύπωση για τη μετρικότητα και το μέτρο των σημειοσυνόλων στο n-διάστατο ευκλείδειο χώρο. Εργάζεται με τον ίδιο ζήλο και όταν η «Γενική Ανάλυση» περιλαμβάνει ως ειδικές περιπτώσεις και τις υπόλοιπες «Αναλύσεις». Στο πλαίσιο αυτό, επεξεργάζεται την αλγεβροποίηση της έννοιας του ολοκληρώματος.


Τα συγγράμματά του αποτελούν, από την εποχή του μέχρι τώρα, πηγή πληροφόρησης για τους μαθηματικούς... «Λογισμός των μεταβολών και μερικές διαφορικές εξισώσεις πρώτης τάξης»... η πραγματεία που είχε προηγηθεί για το ίδιο θέμα, με τίτλο «Σύμμορφη απεικόνιση»... και δημοσιεύσεις, όμως, όπως οι «Πραγματικές συναρτήσεις»... Πολλές εργασίες του δημοσιεύονται λίγο μετά τον θάνατό του. Το διάστημα 1954-1957, η Βαυαρική Ακαδημία Επιστημών εκδίδει σε πέντε τόμους όλα τα συγγράμματά του. Το επιστημονικό έργο του επεκτείνεται σε πολλούς τομείς και της φυσικής ή της αρχαιολογίας. Οι εργασίες του στη φυσική αφορούν τη θερμοδυναμική, τη γεωμετρική οπτική, την οπτική γενικότερα, την ειδική σχετικότητα και τη μηχανική.
Οι αρχαιολογικές του μελέτες αναφέρονται σε κατασκευές της Αρχαίας Ελλάδας και της Αρχαίας Αιγύπτου, ειδικότερα σε ναούς, πυραμίδες ή αρδευτικά έργα... Έγραψε 232 περίπου εργασίες, από τις οποίες δημοσιεύθηκαν οι 165. Όλες σχεδόν οι εργασίες του, όμως, αποτελούν θεμελιώδεις έρευνες εξαιρετικής έμπνευσης που τον αναδεικνύουν ως έναν από τους λίγους στην παγκόσμια επιστήμη. Έναν ρυμοτόμο της μαθηματικής διανόησης. Από το 1927, είναι μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, ενώ στη συνέχεια ανακηρύσσεται μέλος των Ακαδημιών του Βερολίνου, του Γκέτινμπενγκ, του Μονάχου, της Μπολόνια και των Λιγκών της Ρώμης.


Για τον άνθρωπο Καραθεοδωρή, η κόρη του είπε πριν από λίγα χρόνια, μιλώντας σε επετειακή προς τιμήν του εκδήλωση: «Κάθε Κυριακή πηγαίναμε στη δεύτερη μεγαλύτερη εκκλησία του Μονάχου, η οποία είχε παραχωρηθεί στους Έλληνες. Ο πατέρας μου μας μεγάλωσε σαν Έλληνες. Πηγαίναμε σε γερμανικό σχολείο, αλλά δύο φορές την εβδομάδα ερχόταν στο σπίτι ο αρχιμανδρίτης και μας έκανε μαθήματα ελληνικών. Ο πατέρας μου, κάθε φορά που ερχόταν στην Ελλάδα, με έπαιρνε μαζί του. Στη Γερμανία, όταν με ρωτούσαν από πού είμαι, έλεγα με καμάρι ότι είμαι από την Ελλάδα, γιατί τότε τη θαύμαζαν την Ελλάδα...


Ο Κ. Καραθεοδωρή διατηρούσε τακτική αλληλογραφία με τον μαθητή του, Α. Αϊνστάιν. Την ύπαρξη της αλληλογραφίας αυτής, η κόρη του ανακάλυψε μετά τον θάνατο του πατέρα της. Κάποιες από τις επιστολές πουλήθηκαν, άγνωστο πώς. Σε μια από αυτές, που έμειναν στην κόρη του, ο Αϊνστάιν γράφει:
«Αγαπητέ κύριε συνάδελφε, βρίσκω θαυμάσιο τον υπολογισμό σας... Θα έπρεπε να δημοσιεύσετε τη θεωρία σε αυτή τη μορφή στα Χρονικά της Φυσικής, καθόσον οι φυσικοί κατά κανόνα αγνοούν αυτό το αντικείμενο, όπως κι εγώ άλλωστε. Με το γράμμα μου θα πρέπει να σας φαίνομαι σαν τον Βερολινέζο που μόλις ανακάλυψε το Crunewald* και αναρωτιέται αν ζούσαν εκεί άνθρωποι πιο πριν. Αν θέλετε να μπείτε στον κόπο να μου εκθέσετε επιπλέον και τους κανονικούς μετασχηματισμούς, θα βρείτε σε μένα έναν ευγνώμονα και ευσυνείδητο ακροατή. Αν, όμως, λύσετε το πρόβλημα των κλειστών γραμμών του χρόνου, θα σταθώ μπροστά σας με σταυρωμένα χέρια... Πίσω από αυτό το ζήτημα κρύβεται κάτι που είναι αντάξιο του ιδρώτα των αρίστων».
( * Το Grunewald ήταν φημισμένο προάστιο του Βερολίνου με πολυτελέστατες βίλες).
Ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή, πέθανε στις 2 Φεβρουαρίου 1950.


====//====


Μερικές σκέψεις.


Το μικρό αυτό κείμενο έχει σαν σκοπό να αναδείξει την προσωπικότητα και το έργο του Κ. Καραθεοδωρή και να τον συσχετίσει με την εξέλιξη , από την πλευρά του Αϊνστάιν , της θεωρίας της σχετικότητας. Και λέω «να τον συσχετίσει» διότι σαν άτομο δεν μπαίνω στη λογική της πατρότητάς της από τον Καραθεοδωρή αλλά στην λογική της σημαντικής και δυναμικής βοήθειάς του στον Αϊνστάιν.


Αναλυτικότερα:
Η θεωρία της σχετικότητας εμφανίζεται από τον Αϊνστάιν περίπου το 1905 και περνάει σχεδόν απαρατήρητη από την τότε επιστημονική κοινότητα. Και τούτο διότι σαν θεωρία , της έλειπε το βασικό ερώτημα , το βασικό κίνητρο. Δεν απαντούσε δηλ. σε κάποιο ερώτημα που να έχει ήδη τεθεί. Τα πρώτα σπέρματα της είχαν τεθεί από τους Ίωνες Φυσικούς Φιλόσοφους πριν από περίπου 2500 χρόνια σαν Φιλοσοφικό ερώτημα που αφορούσε την συνέχεια της ύλης. Δηλ. έχοντας σαν βάση, οι Ίωνες Φυσικοί, ότι τίποτα δεν δημιουργείται για να «χαθεί» κατέληξαν στο συμπέρασμα της συνέχειας της ύλης. Η σκέψη τους όμως έμεινε ημιτελής διότι δεν «είχαν» στη διάθεσή τους όρους όπως «ενέργεια» με τη σημερινή τους έννοια. Άρα δεν είχαν τα κατάλληλα «εργαλεία» ώστε να φτάσουν εκεί που έφτασε ο Αϊνστάιν διατυπώνοντας τον τύπο που συμπυκνώνει τη θεωρία σχετικότητας: è =m.c².


Φτάνοντας όμως εκεί η σκέψη του «βάλτωσε». Και τούτο διότι η διατύπωση του περιλάμβανε και την ύπαρξη μιας τέταρτης διάστασης δηλ. του χρόνου συνθέτοντας ένα νέο «τόπο» τον χωροχρόνο. Για την εφαρμογή του όμως χρειαζόταν να εκληφθεί ο χρόνος ως «κλειστό διάστημα», ως «κλειστό τμήμα γραμμής» διότι η συμβατική του έννοια ως «συνεχούς διαστήματος» δεν επέτρεπε την θεμελίωση της θεωρίας του Αϊνστάιν. Εκεί λοιπόν ο Αϊνστάιν ζητάει τη βοήθεια του Καραθεοδωρή, διότι μπορεί ο ίδιος να ήταν ένας εξαίρετος φυσικός αλλά σίγουρα η μαθηματική του σκέψη «υστερεί».


Ταυτόχρονα όμως ο Καραθεοδωρή είναι εξαίρετος φυσικός. Ανάμεσα στις εργασίες του στη φυσική βρίσκουμε και την : «Εργασία στην Ειδική Σχετικότητα». Και για να προλάβω μερικούς Νεοέλληνες Διεθνιστές καθώς και αυτόκλητους υπερασπιστές του Αϊνστάιν λέω ανοιχτά ότι οι απόψεις ορισμένων διάσημων «τηλεβιβλιοπωλητών» δεν με αφορούν και ούτε τις ασπάζομαι. Απόψεις όπως « ο Αϊνστάιν τροφοδοτήθηκε από το Σιωνιστικό Κατεστημένο με Αρχαιοελληνικά Χειρόγραφα» δεν με αγγίζουν ούτε τις ενστερνίζομαι. Δεν μπορώ όμως να μη ρωτήσω: Γιατί το « Μουσείο Αϊνστάιν » που βρίσκεται στο Ισραήλ αρνήθηκε, στους απόγονους του Καραθεοδωρή, την αλληλογραφία του Αϊνστάιν με τον πατέρα τους ,που έχει στην κατοχή του ?


Γιατί σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις του ο Αϊνστάιν δήλωνε: « Μου κάνετε τόσες και τόσες ερωτήσεις. Δε με ρωτάτε όμως ποιος ήταν ο δάσκαλός μου. Σας το λέω απερίφραστα. Ήταν ο εξαίρετος Έλληνας μαθηματικός και φυσικός Κωνσταντίνος Καραθεοδωρή.»


Αυτά τα ολίγα από μνήμης
Σαρόπουλος Μ. Ιωάννης.
Βιβλιομύς

 

 

ΑΥΡΑ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

 

Γόνος εύπορης αστικής οικογένεια, η Αύρα Θεοδωροπούλου, το γένος Δρακοπούλου, γεννήθηκε το 1880, στην Αδριανούπολη. Σπούδασε ιστορία της μουσικής και πιάνο, ενώ είχε μεγάλη εγκυκλοπαιδική μόρφωση και γνώριζε άριστα δύο ξένες γλώσσες.


Εργάστηκε 52 χρόνια ως καθηγήτρια πιάνου και ιστορίας της μουσικής στα Ωδεία Αθηνών, Ελληνικό και Εθνικό, ενώ ως το τέλος της ζωής της, ως μουσικό-κριτικός, έγραφε, επαγγελματικά, σε διάφορες εφημερίδες και περιοδικά. Στη μακρά επαγγελματική σταδιοδρομία της, η Αύρα προωθούσε πάντα με αληθινή στοργή και χαρά τα πραγματικά ταλέντα, όσα συναντούσε σε νεαρούς σπουδαστές της μουσικής.


Από το 1897 έως τον πόλεμο του 1940, η Αύρα Θεοδωροπούλου πρόσφερε, με αυταπάρνηση -από τα 17 της μόλις χρόνια- τις υπηρεσίες της σε όλους τους πολέμους της πατρίδας μας.


Διακαής πόθος της είναι να εδραιώσει τη θέση της γυναίκας. Χαρακτηριστικό είναι το ψήφισμα που επέδωσε ο Σύνδεσμος στη Βουλή και την κυβέρνηση, το 1920, μία φλογερή διαμαρτυρία για την ανισότητα των ελληνικών νόμων έναντι των γυναικών. Με το ψήφισμα, ο Σύνδεσμος ζητούσε, πρωτίστως, να αναγνωριστεί στις γυναίκες (ο μισός πληθυσμός της χωράς), το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Το ψήφισμα στάλθηκε, ταυτόχρονα, στη Διεθνή Ένωση της γυναικείας ψήφου και τους αδελφούς συνδέσμους της αλλοδαπής.

 

 

ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ ΑΧΙΛΛΕΑΣ


Γεννήθηκε στην Αίνο το 1876. Τελείωσε τα Ζαρίφεια Διδασκαλεία της Φιλιππουπόλεως  και γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών όπου έγινε διδάκτωρ το 1906.  Ήταν γνώστης της Ελληνικής και Λατινικής Φιλολογίας.  Ήταν γιατρός στην Αίγυπτο.


Συνέθεσε διάφορες μελέτες της ιστορίας της ιατρικής. Μετέφρασε διατριβές ξένων για ιατρικά θέματα.  Ήταν ερευνητής της θρακικής ιστορίας .  Δημοσίευσε ένα ιστορικό δοκίμιο για την αρχαία Θράκη.   Δημοσιεύτηκαν πολλές εργασίες του στα «Θρακικά» σχετικά με την Αίνο.


Έργα : Ιστορία του Ιπποκράτους,  Λεξικό Θράκης (δημοσιεύτηκε στο Αρχείο Θράκης), το οποίο ήταν συγγραφικός άθλος.  Ο Παπαχριστοδούλου τον ονομάζει Στέφανο Βυζάντιο γιατί το έργο του μοιάζει με του λεξικογράφου.  Είχε μια πολυτιμη βιβλιοθήκη που δυστυχώς έκαψαν οι Βούλγαροι.

 

 

ΔΟΜΝΑ ΒΙΣΒΙΖΗ
Η ΟΜΟΡΦΗ-Η ΔΥΝΑΤΗ-Η ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ
ΑΡΧΙΚΑΠΕΤΑΝΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ


Γράφει ο Ελευθέριος Θ. Χατζόπουλος
Πρόεδρος της
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΘΡΑΚΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ


"Γεια σου, καλέ, χαρά σου.
Βουνά, στεριές και θάλασσες μιλούν για τ' όνομά σου".


Και ο Λαός, με το αλάνθαστο κριτήριό του, την έκανε τραγούδι σε πείσμα της "Επίσημης Ιστορίας", που παρόλα τα τρανταχτά τεκμήρια, αφήνει αμνημόνευτους και ξεχασμένους τη Δόμνα και τον άνδρα της. Το δημοτικό ποίημά της γίνεται το δικαστήριο του Χρόνου. Αλάνθαστο και το αισθητήριο και το κριτήριο του λαού. Αναγνωρίζει πως η ψυχή της Δόμνας διαθέτει μεγαλείο γιατί όντως και η ψυχή και η προσωπικότητα της Δόμνας διέθεταν το αληθινό, το ωραίο και το μεγαλειώδες.


Η Δόμνα Βισβίζη γεννήθηκε στον Αίνο της Θράκης το 1783. Παντρεύτηκε τον Αντώνιο (Χατζη-Αντώνη) Βισβίζη, πλούσιο πλοίαρχο και εφοπλιστή από την Αίνο. Ο καπετάν Βισβίζης, γενναίος και ενθουσιώδης πατριώτης, μυήθηκε νωρίς στη Φιλική Εταιρία και προσέφερε πολλά χρήματα για την Επανάσταση. Συμμετείχε σε αρκετές ναυμαχίες μαζί με τη Δόμνα και τα πέντε παιδιά τους. Το πλοίο τους ήταν η «Καλομοίρα», με 140 άντρες και 16 κανόνια.


Η Δόμνα εγκατέλειψε περιουσία, γονείς, φίλους και συγγενείς στην Αίνο για δυο πολύ μεγάλες αγάπες: της, αυτή της ελευθερίας και αυτή του άνδρα της. Από το Μάιο του 1821 μαθητεύει δίπλα του στην πολεμική Αρετή, την Υψηλοφροσύνη, την Αφοβία, τη Γενναιοδωρία. Έχει πάρει το βάπτισμα του πυρός εδώ και μήνες, συμμετέχοντας στις πολεμικές επιχειρήσεις στο Αιγαίο. και όταν ο άντρας της έπεσε νεκρός σε μια εκστρατεία στην Αγία Μαρίνα στα πόδια της τότε η Δόμνα με θάρρος αρπάζει το τιμόνι της Καλομοίρας και της Μοίρας της.
Η ατρόμητη ηρωίδα που, βοηθούμενη από τον ύπαρχο του άνδρα της τον Καπετάν Σταύρο Αινίτη, συνεχίζει - μετά το θάνατο του άνδρα της, αστέναχτη και αδάκρυτη - μέχρι την άλλη μέρα τη μάχη, ώσπου κόπασε αυτή, για να πλεύσει στη Λιβάδα της Ευβοίας και να θάψει τον άνδρα της στο ναό των Αγίων Αναργύρων.


Η Αρχικαπετάνα, που οι Αρεοπαγίτες θα της ζητήσουν να συνεχίσει το μπλόκο στο στενό του Ευρίπου και να συνδράμει στις επιχειρήσεις της στεριάς με κανονιές από το πλοίο της, θα συνεχίσει αγόγγυστα και άφοβα τον Αγώνα της, ενός αγώνα διπλού, όχι μόνο του πολέμου αλλά και της επιβίωσης.
Η γενναία καπετάνισσα επί τρία χρόνια συμμετείχε με το πλοίο της σε ναυμαχίες, πολιορκίες και καταδρομές σε όλα τα ελληνικά πελάγη. Διέθεσε ολόκληρη την περιουσία της για τη συντήρηση του πλοίου και του πληρώματος Οι λίρες στην κασέλα σώνονται, η μισθοδοσία όμως των ναυτών και τα πολεμοφόδια καλύπτονται από την αρχή του ξεσηκωμού με έξοδα των Βισβίζηδων. Η "Καλομοίρα" πάλι ταλαίπωρη και λαβωμένη από τις πολεμικές επιχειρήσεις και την παραμονή της τόσον καιρό στη θάλασσα χρειάζεται καλαφάτισμα και παλάμισμα.


Και έφτασε κάποτε η στιγμή που η «Καλομοίρα» ασυντήρητη δεν ήταν πια ικανή να συνεχίσει την ένδοξη δραστηριότητά της ενώ φθάνουν και στα αυτιά της Δόμνας οι υπαινιγμοί για τη μετατροπή της ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΣ σε μπουρλότο (πυρπολικό).Οι πάσης φύσεως πιέσεις, οι οικονομικές καθώς και των Υδραίων, την εξαναγκάζουν μετά από τρία χρόνια ναυμαχιών να παραδώσει για πυρπολικό στους Υδραίους το άλλοτε κόσμημα της Αίνου, το τόσο στενά συνυφασμένο με την ύπαρξη της. το καράβι της την ΚΑΛΟΜΟΙΡΑ.


Έτσι τον Σεπτέμβρη του 1824, η καπετάνισσα αναγκάζεται να παραχωρήσει το τελευταίο που της απέμεινε από τα υπάρχοντά της, το πλοίο της, στην ελληνική διοίκηση για να μετατραπεί σε πυρπολικό και η ίδια αποσύρεται από την ενεργό δράση.


Η Δόμνα έζησε δύσκολα και φτωχικά τα υπόλοιπα χρόνια της. Την παρακολουθούμε - μέσα από έγγραφα που σώθηκαν στα ελληνικά αρχεία – να τριγυρνά από τόπο σε τόπο, την Ερμιόνη, το Ναύπλιο, την Ερμούπολη της Σύρου, στερημένη, περιφρονημένη, άστεγη με τα πέντε παιδιά της, να προστρέχει «εις το έλεος της σεβαστής επιτροπής της Ελλάδας και να ζητά βοήθεια»...


Οι αρχές μετά από συνεχείς αναφορές της και σε αντιστάθμισμα για την όλη συνεισφορά της στον αγώνα του γένους της επιτρέπουν να μείνει σε δύο δωμάτια χωρίς πόρτες και παράθυρα στο Ναύπλιο το 1824. και της παραχωρούν και μία σύνταξη των 30 δραχμών. Ποιας, αυτής που φιλοξένησε και στέγασε επί μήνες στην αίθουσα του πλοίου της την Κυβέρνηση της Στερεάς Ελλάδας και διέθεσε τα πάντα, οικογένεια και περιουσία στο βωμό της ελευθερίας.


Η ηρωική στάση της, η αντρίκια παλικαριά της, η αγέρωχη αντιμετώπιση της μοίρας στις κρίσιμες στιγμές της ζωής της και του αγώνα την αναδεικνύουν πρόσωπο πρωταγωνιστικό. Την υψώνουν σε δυσθεώρητα μεγέθη και την κατατάσσουν τουλάχιστον στην ίδια θέση με τη Μπουμπουλίνα και τη Μαντώ Μαυρογένους. Πέθανε το 1850.


« Οι Βισβίζηδες έδωσαν πρόθυμα και χωρίς βαρυγκωμιά στην Πατρίδα ό,τι είχαν, ως που δεν είχαν» Και αυτό λέει πολλά.
Η αναφορά αυτή αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πολυσήμαντης και πολυκύμαντης ιστορίας της χιλιοτραγουδισμένης Θ

ράκης από την εποχή του Σοφοκλή μέχρι και τη λαϊκή μούσα και αποδεικνύει περίτρανα τη συμμετοχή του Θρακικού Ελληνισμού στους αγώνες του Έθνους.


Κύριε Πρωθυπουργέ, Καιρός πλέον να αξιοποιηθεί η πρόταση της ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΘΡΑΚΙΚΩΝ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ προς την κυβέρνηση και το υπουργείο Εθνικής άμυνας με το να δοθεί το όνομα του πλοίου της «ΚΑΛΟΜΟΙΡΑ» σε ένα από τα πολεμικά μας.


Σέρρες 2010-03-11