ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ

ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΘΡΑΚΗ

 

 

Στον χώρο της Ανατολικής Θράκης πολλές είναι οι πόλεις που με την ιδιαίτερη ιστορία τους και σήμερα ακόμη αναφέρονται με δέος.

Πέρα από τη βασιλεύουσα, πλήθος άλλων πόλεων, μεγάλων και μικρών το δίχως άλλο είναι η ιδιαίτερη πατρίδα κάποιου φίλου, γείτονα, συγγενή όπως η

Αδριανούπολη, οι Σαράντα Εκκλησιές, η Ραιδεστός, η Τυρολόη, η Μάδυτος, τα Μάλγαρα, η Μακρά Γέφυρα, η Αίνος, η Κεσσάνη, η Ηράκλεια, ο Σκοπός, το Σκεπαστό, η Στράντζα, η Βυζύη, η Καλλίπολη, ο Γάνος, το Μυριόφυτο, η Καστάμπολη, το Αλεπλή και πολλές άλλες. Η κάθε μία με τη δική της ξεχωριστή ιστορία και προσφορά στη διατήρηση της Ελληνικότητας της και τη συμμετοχή της στα γράμματα ,στις τέχνες και στους αγώνες του έθνους.

Λίγα λόγια τουλάχιστον για τα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής εκείνης θα μας δώσουν την εικόνα της Ελληνικότατης και πολύπαθης Ανατολικής Θράκης που παραχωρήθηκε στην Τουρκία γιατί έτσι το ήθελαν οι μεγάλοι της εποχής εκείνης.

Ας ξεκινήσουμε από την Βασιλεύουσα:

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ – «ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ» -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΓΙΕ –ΙΣΤΑΝΜΠΟΥΛ, ΝΤΕΡ- ΣΑΑΝΤΕΝ, ΝΤΕΡ-ΑΛΙΕ, COSPOLI, ΤΣΑΡΙΓΚΡΑΝΤ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ, ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

 

Όπως και να την πεις είναι Η Πόλις των πόλεων, η Πόλη του μύθου και της ιστορίας, της δόξας της αλλοτινής, Πόλη του ονείρου και των εθνικών ελπίδων. Πανέμορφη, ονειρική, φυλάει ράθυμα, μα αρχοντικά τα χείλη της Ευρώπης και της Ασίας, σταυροδρόμι δύο ηπείρων, λαών και πολιτισμών, σε κάθε βήμα, απομεινάρια του ένδοξου Βυζαντίου, Εκκλησίες που γίνανε τζαμιά ή μουσεία, εκκλησίες που μείνανε εκκλησίες, εκκλησίες που αφέθηκαν να ρημάξουν, τείχη που χορτάριασαν, που γκρέμισαν και γίνανε χαλάσματα. Τείχη που αναστηλώνονται για να θυμίσουν την κάποτε Θεοφρούρητη βασιλίδα

¨Όπως και τότε έτσι και σήμερα στους πολυθόρυβους δρόμους της οι κάτοικοι της, Τούρκοι, Κούρδοι, Αρμένιοι, Εβραίοι , μα ελάχιστοι Ρωμιοί σήμερα και πάρα πολλοί τουρίστες περιφερόμενοι έρχονται αντιμέτωποι με σένα και την ιστορία και σαν κινηματογραφική ταινία περνούν από μπροστά τους οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες και οι Οθωμανοί Σουλτάνοι.

Η Βασιλεύουσα κτισμένη πάνω σε επτά λόφους, στον πρώτο εκ των οποίων είναι κτισμένο το σύμβολο της Ορθοδοξίας ένα από τα σημαντικά μνημεία της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής, η Αγία Σοφία, η εκκλησία που είναι αφιερωμένη στη Σοφία του θεού και που στο διάβα των αιώνων αποτυπώνει τη δραματική περιπέτεια του Βυζαντινού Ελληνισμού και συνεχίζει να αποτελεί την κορυφαία έκφραση της ζωντανής ελπίδας του Ελληνισμού.



Πόλις Αγία, έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η εκκλησιαστική ιστορία μας λέει ότι αρχικά η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ήταν επισκοπή που υπαγόταν στον Μητροπολίτη Θράκης και Ηράκλειας. Στην εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου εξελίχθηκε σε αρχιεπισκοπή, Πατριαρχείο και Οικουμενικό Θρόνο, ουσιαστικός δηλαδή συντελεστής του μεγαλείου και της αίγλης της Ελληνορωμαϊκής Χριστιανικής αυτοκρατορίας.

Η Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή, το Μεγάλο Κόκκινο Σχολειό, όπως λέγεται, δεσπόζει στον πέμπτο λόφο της Κωνσταντινούπολης όπου στεγάζεται από το 1882, ενώ ιδρύθηκε αμέσως μετά την άλωση από τον πατριάρχη Γεννάδιο το Β! Σχολάριο και συμβολίζει την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό.

Όσα και να γράψεις για την Πόλη των Πόλεων είναι πολύ λίγα.

Θα κλείσουμε την ενότητα αυτή με τα παρακάτω λόγια της ΣΟΦΙΑΣ Ν. ΣΦΥΡΟΕΡΑ

« Κωνσταντινούπολη, τόσο οικεία, τόσο Ελληνική, τόσο Τουρκική τόσο παγκόσμια. Μία πόλη αυτόνομη, ελεύθερη, που δεν ανήκει σε κανέναν. παρά μονάχα στα τραγούδια και τους θρύλους, στα παραμύθια και τις αναμνήσεις των λαών που την κατοίκησαν, που την αγάπησαν παράφορα, με πάθος που την ονειρεύτηκαν, που την κέρδισαν και την έχασαν»

 

 

 

ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ ( ΕΝΤΙΡΝΕ )


Δεσπόζουσα πόλη στην περιοχή και τότε και σήμερα είναι η Αδριανούπολη.

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που έγιναν στην περιοχή ΚΑΡΝΤΑΚΑΤΛΙ , αποκάλυψαν πως η περιοχή κατοικήθηκε για πρώτη φορά το 3000 με 4000 π.Χ..

Η περιοχή κατοικήθηκε από τους Βεσσούς ή Βήσσες, ενός αρχαιοτάτου λαού των Θρακών, και το αρχικό της όνομα ήταν Ουσκουμάδα. Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν Ορεστιάδα από τον Ορέστη γιο του Ευκρίονος Αγαμέμνωνος. Τέλος επί του αυτοκράτορoς της Ρώμης Πόπλιου Αίλιου Αδριανού δόθηκε το όνομα Αδριανούπολη.

Η Αδριανούπολη κτισμένη δίπλα στον Έβρο ποταμό, στην ανατολική του πλευρά, ήταν από αιώνες κόμβος και κέντρο μεγάλης στρατηγικής σημασίας. ΄Όλοι οι κατά καιρούς εισβολείς έπρεπε να την καταλάβουν, πριν επιχειρήσουν την κάθοδό τους στην Κωνσταντινούπολη και στη θάλασσα. Στην Αδριανούπολη ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μαυρίκιος, το 587 μ.Χ. κατατρόπωσε τους Αβάρους. Το 1362 η Αδριανούπολη κυριεύεται από τους Τούρκους. Θρήνος και οδυρμός. Η λαϊκή μούσα έκλαψε για τον χαμό της και ο ποιητής λαός, έγραψε και τραγούδησε

Τα αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης

Κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι

Κλαίγουν την Αδριανούπολη την πολύ κουρσεμένη

Οπου την εκούρσεψαν τις τρεις γιορτές του χρόνου

Των Χριστουγέννων για κερί, και του Βαγιού για βάγια

Και της Λαμπρής την Κυριακή για το Χριστός Ανέστη.

Μετά την κατάληψή της, το 1362 από τον Μουράτ τον Β, γίνεται η δεύτερη πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε Ευρωπαϊκό έδαφος. Η πρώτη πρωτεύουσα ήταν το Διδυμότειχο.

Το 1453 με την κατάληψη της Βασιλεύουσας παύει να είναι η πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, διατήρησε ωστόσο την τιμητική διάκριση της δεύτερης σημαντικότερης πόλης της αυτοκρατορίας.

Με την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης το 1821, έγιναν μεγάλες σφαγές. Μεταξύ των επωνύμων σφαγιασθέντων και ο άλλοτε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος ο Στ, την μνήμη του οποίου εορτάζουμε την Κυριακή του Θωμά

Στα 1883 η πόλη της Αδριανούπολης είχε 15 Ελληνικά σχολεία, δημοτικά ημιγυμνάσιο, γυμνάσιο,( Το Ελληνικόν Γυμνάσιον Αδριανουποόλεως που κτίσθηκε το 1881 ) και το Ζάππειο Παρθεναγωγείο που κτίστηκε το 1885-1886. Υπήρχε Μεγάλη Βιβλιοθήκη, ενώ το 1872 ιδρύθηκε ο

ο οποίος και σήμερα ακόμη με έδρα τη Θεσσαλονίκη συνεχίζει τις δραστηριότητές του.

Στα 1900 η περιφέρεια της Αδριανούπολης διέθετε 178 σχολεία με 263 δασκάλους και καθηγητές και ο συνολικός αριθμός μαθητών ήταν 7823 μαθητές και 4817 μαθήτριες.


Η πόλη ήταν χωρισμένη σε 4 συνοικίες. Το Κάστρο, το Ιλντιρίμ, το Κιγίκι, και τον Κιρισχανέ και το προάστιο Κάραγατς που μέχρι το 1923 ανήκε στην Ελλάδα. Το περιβάλλον του ήταν κοσμοπολίτικο και λαμπερό με πολλά ξενοδοχεία, καζίνο καφέ σαντάν, θέατρα και εντυπωσιακές μονοκατοικίες., με 6.150 κατοίκους. Δικαιωματικά ονομαζότανε το

«το Παρίσι της Ανατολής» ή το «μικρό Παρίσι»

Στις συνοικίες που αναφέρθηκαν και στους λοιπούς μαχαλάδες λειτουργούσαν συνολικά 26 εκκλησίες που ανήκαν σε 15 εκκλησιαστικές ενορίες.

Με αναφορά στις συνοικίες που αναφέραμε κυκλοφορούσε το εξής σκωπτικό τραγούδι, που το τραγουδούσαν οι άνδρες κυρίως στις βεγγέρες, χαριτολογώντας και αστειευόμενοι με τις κυρίες που κατάγονταν από τις συνοικίες αυτές.

Στου γιλντιρίμ΄κουκώνις

Στου Ατ-παζάρ΄πουτάνις

Πάπχις στουν Κιρισχανά

Σ αυτό του γέρμου του Καίκ, καμπούρκις αχιλώνις

Σήμερα, θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Τουρκίας, διαθέτει Πανεπιστήμιο, μεγάλη αγορά, και είναι έδρα ανώτατου στρατιωτικού διοικητή.

Ότι Ελληνικό ξεχωρίζει από την καλαισθησία του, αν και τα αφήνουν να ρημάζουν με συνεργό τον φθοροποιό χρόνο. Σε εξέχουσα τοποθεσία της πόλης δεσπόζουν το μεγάλο τζαμί, το Σελίμεγιε,

που κατασκευάστηκε στα χρόνια 1568-75 με εντολή του σουλτάνου Σελίμ και το οποίο θεωρείται από τα σημαντικότερα τζαμιά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Στο σημείο που κτίστηκε, σύμφωνα με την παράδοση υπήρχε η Βυζαντινή εκκλησία της Αναλήψεως. Αρχιτέκτονας είναι ο γνωστός Κόκα Σινάν. Η σκεπαστή αγορά Αλί Πασιά ,κτίστηκε το1569, το Σελιμιέ και το λουτρά Σοκολού είναι κατασκευής του ιδίου. Στη πλατεία το μνημείο των πεχλιβάνηδων και το μουσείο, το Ντιρέκ Τιαρσισή χώρος με καταστήματα μπαχαρικών, το Μπεζεστένι με 92 συνολικά καταστήματα, παλαιότερα στεγαζότανε χρυσοχοΐα, κοσμηματοπωλεία, και αδαμαντοπωλεία. Ο Αραστάς που βρίσκεται στο προαύλιο του Τζαμιού και το Μπίτ –παζάρ στις αρχές του δρόμου Τσιλινγκερσιλέρ.

Γέφυρα ε/του ΄Εβρου από Αδριανούπολη προς Κάραγατς(1842-1847), στην απελευθέρωση ονομάστηκε γέφυρα του Ολυμπίου Διαμαντή. Από το φυλάκιο έριχναν το σταυρό τα Φώτα.

 

 

 

ΡΑΙΔΕΣΤΟΣ

ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΑΡΡΕΝΑΓΩΓΕΙΟΥ ΡΑΙΔΕΣΤΟΥ ΤΟ 1905

Εάν κάποιος επισκεφθεί τη σημερινή πόλη, Ντεκίρ Ντάγ λέγεται σήμερα, με το εμπορικό της λιμάνι και τα ακόμη διατηρούμενα ξύλινα σπίτια στις παλαιές ελληνικές συνοικίες, θα κατανοήσει αυτό που επαναλάμβαναν οι παλαιότεροι αλλά και οι νεώτεροι μελετητές, ότι δηλαδή η πόλη χάρη στη γειτνίαση της με την Κωνσταντινούπολη, καθώς και χάρη στο πλήθος των παραγωγικών της πηγών ,εντασσόταν μεταξύ των προνομιούχων πόλεων της Θράκης. Μεγάλη ήταν η εμπορική της κίνηση. Η Ραιδεστός ακολούθησε βέβαια τη θλιβερή μοίρα και των άλλων πόλεων και χωριών της Θράκης και άφησε πίσω της μόνο δείγματα από την πλούσια πολιτιστική της παράδοση και από την αρχοντιά των ανθρώπων της ( ΠΗΓΗ: ΠΕΡΙ ΘΡΑΚΗΣ 1ος τόμος – εκδόσεις ΠΑΚΕΘΡΑ )

Τα παραπάνω επιβεβαιώνονται και από το βιβλίο του κ. Δημήτρη Α. Μαυρίδη «ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΣΤΗ ΡΑΙΔΕΣΤΟ» ο οποίος μας ξεναγεί στο παρελθόν μέσα από το σήμερα.

« Η Ραιδεστός η παραθαλάσσια πόλη, η κτισμένη στους λόφους, όπως η Επτάλοφος , η πόλη με τα ξύλινα σπίτια, την παραλία της, τη θάλασσα που φαινόταν από παντού, το εμπορικό της λιμάνι, τα στενά δρομάκια με τα καλντερίμια, την πολυεθνική και ετερόκλητη πληθυσμιακή της σύνθεση, τους δυτικόστροφους Ρωμηούς και Αρμένιους αστούς, τους λεβαντίνους, τους Εβραίους, τους Αρβανίτες, τους Πέρσες και τους γνήσιους μουσουλμάνους ανατολίτες όλα σε μικρογραφία της μυθικής Κωνσταντινούπολης. Σήμερα, χάθηκε πιά από εδώ ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της Θράκης, που σε κάποιο βαθμό διατηρείται στην Ελληνική Δυτική Θράκη Ο Πολυπολιτισμικός της χαρακτήρας έχει αντικατασταθεί με το διαφορετικής μορφής πολυμορφία των επήλυδων από την Ανατολή.

Πηγη: ΜΝΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΘ ΗΜΑΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ


Σήμερα ονομάζεται Τεκίρ Ντάγ, και είναι εμπορικό λιμάνι της Προποντίδας.

Σήμερα ,εδώ στη Ραιδεστό δεν υπάρχουν ίχνη από τους Σάμιους που αποίκησαν και έφτιαξαν αυτό το λιμάνι τον 6ο π.Χ αιώνα, ούτε υπάρχουν πια ίχνη από τους Αθηναίους άποικους που εγκαταστάθηκαν μετά στη Βισάνθη όπως λεγόταν η πολιτεία τότε. Μόνο , πόυ και πού ξεθάβονται χάλκινα νομίσματα με την Αθηνά ή τον Απόλλωνα και την επιγραφή ΒΙΣΑΝΘΗΝΩΝ. Ούτε υπάρχει τίποτε από τα βυζαντινά μέγαρα και τις εκκλησίες που κτίστηκαν κατά τη μακραίωνη περίοδο της χριστιανικής αυτοξρατορίας.

Δεν υπάρχουν οι ιεροί ναοί, τα ιερά θαυματουργά αγιάσματα, η ιερή τοποθεσία όπου – όπως γράφει ένα λησμονημένο συναξάρι – εν τω τόπω επισήμω και προεγνωσμένω υπό του Θεού, εν τω τόπω ηγιασμένω, εν τόπω καλλίστω εν Ρησιστώ, προς βοήθειαν των καταπονουμένων και πλεόντων, εύδιον λιμένα και ασθενών το ιατρείον – λειτουργούσε η Αγία Σεβαστιανή , ή στη γειτονική Ηράκλεια μαρτυρήσασα κατά τους χρόνους του χριστιανομάχου αυτοκράτορα Δομιτιανού. Δεν υπάρχουν ίχνη από τη μονή της Θεοτόκου της Δάφνης που βρισκόταν =εν τόπω σεμνώ πλήσίον της πόλεως – ούτε από τη μονή του Αγίου Νικολάου του Φάλκωνος, ούτε από αυτή του Τιμίου Προδρόμου.

Όλα αυτά έχουν εξαφανισθεί και ότι σώθηκε είναι λίγα μάρμαρα στο τοπικό μουσείο. Τα υπόλοιπα καταπλακώθηκαν πρόσφατα από τα μοντέρνα κτίσματα, όπως γίνεται σε όλη την Τουρκία.

Υπάρχουν όμως τα κτίσματα των Οθομανών που κατάκτησαν την πόλη το 1357, κυρίως το Ρουστέμ Πασά τζαμί με ¨κιουλιγιέ» δηλαδή θρησκευτικά και κοινωφελή κτίσματα όλα έργο του περίφημου Σινάν και όλα αυτά κτισμένα στο χώρο της βυζαντινής εκκλησίας του Χριστού και του πάλαι πτωχοτροφείου του Πανοικτίρμονος, το οποίο είχε ιδρύσει το 1077 ο Μιχαήλ Ατταλιάτης, ενώ προς τους λόφους σώζονται και χρησιμοποιούνται τα παλιά σχολεία, ως σχολεία, «Θεοδωρίδεια» και Γεωργιάδειο» νεοκλασικά πέτρινα κτίρια που στις εισόδους τους τις παλιές επιγραφές στα Ελληνικά τις έχουν σβήσει με κτυπήματα με καλέμι ή με επιχρίσματα.

 

 

 

ΓΑΝΟΧΩΡΑ


ΦΩΤΟ: πηγή Μνεία της καθ ημάς Ανατολής


Στην περιοχή του Ιερού όρους βρίσκονται τα Γανόχωρα, που είναι άθροισμα χωριών και κωμοπόλεων με ελληνικό πληθυσμό πριν το 1922. Οι κάτοικοί τους ήταν ξακουστοί στους Έλληνες της Ανατολής για τη μόρφωσή τους, τη θρησκευτικότητα τους, και την εργατικότητά τους. Τα αργιλλοαμμώδη χώματα της περιοχής ευνοούσαν την καλλιέργεια της αμπέλου και την παραγωγή καλού κρασιού Παράλληλα σε όλη την περιοχή υπήρχε εκτεταμένη κτηνοτροφία, σηροτροφία, κεραμική και αγγειοπλαστική.

Σπίτι στα Γανόχωρα (ΠΗΓΗ: Μνεία της καθημάς Ανατολής)


Τα Γανόχωρα αποτελούνταν από τις κωμοπόλεις Γάνο, Χώρα, Μυριόφυτο, Περίσταση, Σχολάριο, και τα χωριά Ναιπκιόι, Κούμβαο, Νεοχώρι, Μερμέρ, Τσανακτσί, Ειρηνοχώρι, Σιμιτλι, Ιντζέκιόι, Αυδήμιο, Μηλιό, Καστάμπολη, Σεντούκιο, Παλαμούτι, Νεοχώρι, Γιάγιατς, Κερασιά, Πλάτανος, Γκιολτζίκι, Στέρνα Καλαμίτσι, Λούπιδα, και Ηρακλείτσα. Συνολικά 27 χωριά με 60.000.- ψυχές. Ενώ ο τουρκικός πληθυσμός ήταν ελάχιστος.

Η Ονομασία Γανόχωρα δόθηκε από τις δύο γειτονεύουσες κωμοπόλεις. Στα Γανόχωρα υπήρχαν δύο μητροπόλεις η « Γάνου και Χώρας» και η «Μυριοφύτου και Περιστάσεως»

Τα Γανόχωρα δοκιμάστηκαν κατεπανάληψη από μεγάλους σεισμούς, όπως το 1063, το1343 και ιδίως το 1354 που διευκόλυνε τους τούρκους για την κατάληψη τους,, ο σεισμός του 1766 και ειδικά ο καταστροφικότατος σεισμός του 1912 ενώ οι μουσουλμάνοι έποικοι της Ανατολικής Ρωμυλίας και της Βοσνίας στα Βόρεια του Ιερού όρους με επιστέγασμα τους γενοκτονικούς διωγμούς των Νεότουρκων το1914 – 1915. Στα ορεινά χωριά του Ιερού όρους οι κάτοικοι πρόβαλλαν ισχυρή ένοπλη αντίσταση χωρίς επιτυχία.

 

 

 

Σαράντα Εκκλησιές

40 ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ = ΚΑΡΠΟΔΑΙΜΩΝ=ΤΑΡΠΟΔΙΖΟΣ=ΗΡΑΚΛΕΙΑ-ΤΖΟΙΔΟΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

ΚΙΡΚΛΑΡΕΛΙ ΣΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ

ΛΟΖΕΓΚΡΑΝΤ ΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ



Ότι απέμεινε από την Αστική σχολή στο Μεγάλο Μπαίρι

(Φώτο Ελευθερίου Θ.Χατζόπουλου 2010)

 

 

Πανέμορφη πόλη της Ανατολικής Θράκης με εντονότατη την Ελληνική παρουσία, στο διάβα του χρόνου, σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας, πολιτικής αλλά και πνευματικής.
Διατηρούσε μία πληθώρα πολιτιστικών συλλόγων όπως: ο “Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος”, η “Φιλόπτωχος Αδελφότητα Ομόνοια”, ο μουσικός σύλλογος “Αρίων”, η μαντολινάτα κυριών και δεσποινίδων “Ήβη”, ο δραματικός σύλλογος “Ελπίς”….

Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4

Πολλές ονομασίες αποδίδονται στην πόλη αυτή: Καρποδαίμων, Ταρπόδιζος, Ηράκλεια, Τζόϊδος. Ο δε χάρτης του Ρήγα Βελεστινλή την αναφέρει σαν Καρποδαίμονα και Ταρπόδιζο. Η πρώτη σημαίνει τόπο που παράγει πολλούς καρπούς.


Έχουν διατυπωθεί πολλά, αλλά δεν έχει αποσαφηνιστεί με βεβαιότητα, πώς τελικά πήρε την ονομασία «Σαράντα Εκκλησίες» πριν από τον ΙΕ’ αιώνα, που σαν τοπωνύμιο γράφεται έτσι, και όχι «40 Εκκλησίες», θεωρείται βέβαια αδύνατον η περιοχή να είχε ποτέ τόσες εκκλησίες. Μια από τις επικρατέστερες απόψεις, είναι ότι η ονομασία προήλθε από το Κιρκλάρ Τακεσί, που θα πει Τεκές - Μοναστήρι - Ασκητήριο των Σαράντα, όπου ζούσαν ή σύχναζαν ή συγκεντρώνονταν40 δερβίσιδες. Άλλη μια άποψη είναι, από το Κιρκ-Κινίσε, που θα πει 40 ή μεγάλος. Στην καθημερινή κουβέντα την έλεγαν και Κασαμπά και τους κατοίκους Κασαμπαλιώτες. Κασαμπάς σημαίνει πολιτεία. Οι Βούλγαροι την ονομάζουν Λόζεγκραντ, αμπελούπολη και οι Τούρκοι KIRKLARELI

Σε μια απόσταση 60 χιλ/τρων - στην ευθεία 20-25 χιλ/τρων - από την Αδριανούπολη, ανατολικά, βρίσκονται οι Σαράντα Εκκλησίες, κτισμένες σε δυο υψώματα που χωρίζονται από ένα χείμαρρο, τον Μπουκλουτζά Ντερέ. Η απόσταση από την Κωνσταντινούπολη είναι 170 χιλ/τρα. Άνηκε διοικητικά στο Βιλαέτι Αδριανουπόλεως έδρα του ομώνυμου Σαντζακιού και Καζά καθώς και έδρα της ομώνυμης Μητρόπολης. Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχαν 14000 κάτοικοι περίπου με κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο ενώ ακολουθούσαν οι Βούλγαροι, οι Τούρκοι και οι Εβραίοι. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την αμπελουργία αλλά και το εμπόριο και τη βιομηχανίαΣτο εμπόριο και στην Βιομηχανία της πόλης των Σαράντα Εκκλησιών οι Έλληνες διακρίνονταν ιδιαίτερα. Η αλευροποιία εκπροσωπούνταν από τους μύλους του Δοδόπουλου (μετέπειτα Χατζηπαρασκευά) τον Χατζηγιαννάκη και του Σογιανόπουλου, οι οποίοι διέθεταν σύγχρονα μηχανήματα και εργαλεία. Ο παλαιότερος κυλινδρόμυλος ανήκε στον Δημ. Δοδόπουλο, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης ενός μεγάλου εργοστασίου κονιακοποιΐας. Στις Σαράντα Εκκλησίες λειτουργούσαν και μικρότερα εργοστάσια κονιάκ και ούζου, ιδιοκτησίες των Κ. Ταυρίδη, Αθ. Ναλλίδη, Αθ. Χατζηπαρασκευά, Αθ. Σαρίδη, Σάββα Σκουλίδη, των αδελφών Δημητριάδη και άλλων, αλλά και 4-5 σησαμελαιοτριβεία, χαλβαδοποιεία, ζαχαροπλαστεία, βυρσοδεψεία, κεραμοποιεία, και αγγειοπλαστεία. Ιδιαίτερη ανάπτυξη σημείωναν οι κλάδοι της υφαντουργίας και της Υποδηματοποιίας καθώς και το εμπόριο των υφασμάτων και των αποικιακών Στις Σαράντα Εκκλησίες η πολυπληθέστερη συντεχνία ήταν των κεραμιτζήδων με προστάτη τον Άγιο Σπυρίδωνα. Οι υποδηματοποιοί είχαν αδελφότητα με τον τίτλο «Αγάπη». Στις αρχές του 17ου αιώνα οι βαφείς των Σαράντα Εκκλησιών εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Κωνσταντινούπολη, όπου συγκεντρώθηκαν στο Μπογιατζήκιοϊ, στο Βόσπορο. Μετά την ελληνική επανάσταση του 1821 ιδρύθηκε Αλληλοδιδακτικό σχολείο. Στα 1833 αναφέρεται η ύπαρξη σχολείου σε ιδιωτική κατοικία και στα 1847 στεγάσθηκε σε σχολικό κτίριο. Στα 1879 εκκλησιαστική πηγή αναφέρει την λειτουργία πέντε δημοτικών σχολείων Αρρένων, ένα παρθεναγωγείου, και ενός Ελληνικού σχολείου.. Ο ντόπιος Μαγκριώτης Ιωάννης αναφέρει πως το 1873 υπήρχαν 5 Αλληλοδιδακτικά σχολεία, ένα Ελληνικό και δυο Παρθεναγωγεία με 500 μαθητές και 130 μαθήτριες. Ο επίσης ντόπιος Μελισσηνός Χριστοδούλου αναφέρει ότι κατά το σχολικό έτος 1879-1880 λειτουργούσε ένα Ελληνικό σχολείο με 41 μαθητές και 2 δασκάλους, ένα Ελληνικό Παρθεναγωγείο με 163 μαθήτριες, ένα νηπιαγωγείο, τέσσερα Αλληλοδιδακτικά και μια σχολή, συνολικά δηλαδή 8 σχολεία με 13 δασκάλους και 954 μαθητές. Στα 1877 δημιουργήθηκε Αστική σχολή με την συγχώνευση του Αλληλοδιδακτικού και του Ελληνικού σχολείου. Στα 1897 αναφέρεται μια Αστική σχολή με 320 μαθητές, ένα κεντρικό Παρθεναγωγείο με 140 μαθήτριες, ένα κεντρικό νηπιαγωγείο, 3 Παρθεναγωγεία στις ενορίες των Σαράντα Μαρτύτων και του Τιμίου Προδρόμου και 2 δημοτικά σχολεία στις ενορίες των Αγ. Πάντων και των Σαράντα Μαρτύρων με 1030 συνολικά μαθητές. Στα 1900 λειτουργούσε στην ενορία της Παναγίας και ημιγυμνάσιο το οποίο εξελίχθηκε σε πλήρες γυμνάσιο μετά την είσοδο του ελληνικού στρατού στην πόλη. Παράλληλα εξακολουθούσαν να λειτουργούν μια Αστική σχολή, Παρθεναγωγείο, νηπιαγωγείο και 3 δημοτικά σχολεία. Την ανθηρή πολιτιστική κατάσταση των Σαράντα Εκκλησιών μαρτυρούσαν τα πολυάριθμα εκπαιδευτικά, φιλανθρωπικά αθλητικά και καλλιτεχνικά σωματεία της πόλης που έφεραν τις ονομασίες των συνοικιακών εκκλησιών.: Κοίμηση της Θεοτόκου, των Σαράντα Μαρτύρων, των Αγ. Πάντων και του Τιμίου Προδρόμου με τα ομώνυμα ενοριακά αρρένων και θηλέων, με το κεντρικό Παρθεναγωγείο και επικεφαλής τον Φιλεκπαιδευτικό σύλλογο (1865), την Φιλεκαπιδευτική αδελφότητα «Ελπίς» των Αγ. Πάντων (1872), την αγαθοποιό αδελφότητα «Ομόνοια» (1870) και το μεταγενέστερο σωματείο ¨Αγάπη¨της ενορίας του Τιμίου Προδρόμου, ο μουσικός όμιλος ¨Αρίων» και η Μαντολινάτα κυριών και δεσποινίδων «Ήβη» Στην πόλη υπήρχαν οι παρακάτω εκκλησίες: ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (1829), που ήταν και η Μητρόπολη, των Αγίων Πάντων (1858),των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων (1859), του Αγίου Ιωάννου (1871). Με την ανταλλαγή των πληθυσμών οι περισσότεροι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην κεντρική Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη ενώ πολλοί μετανάστευσαν στην Αμερική.


 

Αριστερά η οικία του ιατρού Κων/νου Κεραμέα και δεξιά του Τζελέπογλου ( φώτο Ε. Χατζόπουλου 2010)


 

ΠΗΓΗ: Εθνολογικό μουσείο Θράκης

 

 

ΜΑΚΡΑ ΓΕΦΥΡΑ


 

 

 

 

ΚΑΛΛΙΠΟΛΗ

ΓΕΝΕΤΕΙΡΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΝΙΚΗΣ

ΣΟΦΙΑΣ ΒΕΜΠΟ

Η Καλλίπολη περί τα 1900

ΦΩΤΟ: ΠΗΓΗ Μνεία της καθημάς Ανατολής


Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 Η Καλλίπολη διοικητικά υπάγονταν στο Βιλαέτι Αδριανουπόλεως και ήταν έδρα της ομώνυμου διοικήσεως που περιλάμβανε 5 υποδοικήσεις: Καλλιπόλεως, Μάδυτου, Κεσσάνης, Περιστάσεως, Μυριόφυτου. Εκκλησιαστικά μέχρι το 1901(χρονιά που έγινε Μητρόπολη) ήταν έδρα Επισκόπου υπαγόμενη εις την Μητρόπολη Ηρακλείας. Η Καλλίπολη καταλειφθεί τo 1354 από τον Σουλεϊμάν γίο του Ορχάν που εκμεταλλεύτηκαν τον καταστρεπτικό σεισμό που συγκλονίστηκε την περιοχή. Από τον 15ο αιώνα η Καλλίπολη παρουσιάζει ραγδαία πληθυσμιακή πύκνωση. Το 1474 κυμαίνονταν σε 1095 οικογένειες για να φτάσει στα 1518 σε 1305. Στα τέλη του 17ου αιώνα η πόλη εξελισσόταν σε πλούσιο εμπορικό κέντρο και περιηγητές σημειώνουν (1693) συνολικό πληθυσμό 6000 Έλληνες, Εβραίους, Τούρκους και Αρμένιους. Το 1920 είχε 5 ελληνικές συνοικίες στις οποίες κατοικούσαν 1.800 οικογένειες Ελλήνων και ελληνόφωνων. Στην πόλη κατοικούσαν επίσης 2.000 τουρκικές οικογένειες , 350 αρμένικες και 350 εβραϊκές. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία, την αμπελουργία, το εμπόριο, την αλιεία, την σηροτροφία.. Στην Καλλίπολη δραστηριοποιούνταν βιομήχανοι, επιχειρηματίες, τεχνίτες αλλά και εργάτες. Στα τέλη του 19ου αιώνα στο λιμάνι της Καλλίπολης καθημερινά ελλιμένιζαν πολλά ατμόπλοια τα οποία μετέφεραν προϊόντα από τη Θρακική Χερσόνησο. Επίσης υπήρχαν 2 ατμόμυλοι, καθώς και εργοστάσιο κονσερβών σαρδέλας Η Ελληνική σχολή Καλλιπόλεως ιδρύθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα 1990 Οκτατάξια Αστική Σχολή αρρένων με επτά διδασκάλους, και επτατάξιον Παρθεναγωγείον με εξι δασκάλες. Λειτουργούσε επίσης Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4 και τετρατάξια δημοτική σχολή Στην Καλλίπολη υπήρχαν οι παρακάτω Εκκλησίες : Ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Γεωργίου, ο Άγιος Δημήτριος, ο Άγιος Νικόλαος. Δραστηριοποιούνταν η Φιλόπτωχος Αδερφότης «Ο Άγιος Παντελεήμων» Κατά το δεύτερο μισό του Απριλίου του 1915 η Καλλίπολη βομβαρδίστηκε από συμμαχικά αεροπλάνα της Αντάντ. Οι καταστροφές ήταν μεγάλες και οι Καλλιπολίτες διατάχθηκαν από την τουρκική διοίκηση να εγκαταλείψουν την πόλη και αποβιβάσθηκαν στην Ραιδεστό. Τον Ιούλιο του 1912 μεγάλος σεισμός συγκλόνισε την περιοχή όπου πολυάριθμα ελληνικά σπίτια και εκκλησίες καταστράφηκαν ολοσχερώς. Οι Έλληνες της πόλης έφυγαν τον Απρίλιο του 1915 και μεταφέρθηκαν με δύο ατμόπλοια στην Ραιδεστό για να επιστέψουν μετά από 4 χρόνια. Από τα τέλη Ιουλίου του 1920 η Καλλίπολη τελούσε υπό ελληνική διοίκηση. Το Νοέμβριο του 1922 η Καλλίπολη παραδώθηκε από τους Έλληνες στους Γάλλους οι οποίοι την παρέδωσαν στους Τούρκους. Πολλοί Καλλιπολίτες εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, τον Πειραιά (Νέα Καλλίπολη), Θεσσαλονίκη, Γιαννιτσά καθώς και στην Έδεσσα και την Καβάλα.

 

ΠΗΓΗ: ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΡΑΚΗΣ

 


Normal 0 false false false MicrosoftInternetExplorer4

ΒΙΖΥΗ Η΄ ΒΥΖΩ

Γενέτειρα του Γεώργιου Βιζυηνού


Η Βιζύη ήταν αρχαία ελληνική πόλη της Ανατολικής Θράκης (σήμερα βρίσκεται στην Τουρκία όπου και ονομάζεται Vize).

Ιδρύθηκε μετά την καταστροφή της οχυρωμένης αρχαίας θρακικής πόλεως των Κοτυδών, Δάματα, από τον στρατηγό του Λυσιμάχου, Βίζυ, ο οποίος της έδωσε και το όνομά του. Η πόλη αναπτύχθηκε αρκετά και διέθετε λαμπρά κτήρια και ναούς. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους έφτασε στο απόγειο της δόξας της, καθώς είχε εξαιρετικές σχέσεις με τη Ρώμη και διέθετε μάλιστα και δικό της Νομισματοκοπείο, το οποίο εξέδιδε περίτεχνα νομίσματα.

Η παρακμή της ξεκίνησε όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος κατήργησε τους πολιτικούς θεσμούς της και το δικαίωμα κοπής νομίσματος, υποβιβάζοντάς την σε μικρή πόλη-οχυρό της αυτοκρατορίας. Η πόλη ήταν έδρα Μητρόπολης.

Στην περιοχή της Βιζύης βρέθηκαν πάνω από 30 μακεδονικές και ρωμαϊκές «τούμπες», υδραγωγεία, καθώς και προτομές, αρχαϊκές κόρες, κορινθιακά κιονόκρανα, θεμέλια κτηρίων και θεάτρου, καθώς και νεκροταφείο.

Στις 8 Μαρτίου 1849 γεννιέται στη Βιζύη ή Βιζώ ο Γ. Βιζυηνός. Η Βιζύη ήταν τότε μια μικρή κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης πάνω στο δρόμο που περνούσε από τις Σαράντα Εκκλησιές και την Τσατάλτζα και ένωνε την Αδριανούπολη με την Πόλη. Είχε πλούσιο ιστορικό παρελθόν και βρισκόταν χτισμένη πάνω σε ένα λόφο, αποτελώντας τμήμα των δυτικών υπωρειών του Μικρού Αίμου (Στράντζας). Δέσποζε στην εύφορη θρακική πεδιάδα, όπου κυλούσε ο ποταμός Εργίνος, του οποίου οι πηγές βρίσκονταν στις καταπράσινες χαμηλές υπώρειες της Στράντζας.

 


 

ΚΕΣΣΑΝΗ


Η Κεσσάνη ή Κεσσάνι (σημερινή ονομασία Keşan) είναι πόλη της Τουρκίας στην Ανατολική Θράκη. Αποτελεί σπουδαίο συγκοινωνιακό κόμβο από Εντιρνέ (Αδριανούπολη) και Ουζούν Κιοπρού (Μακρά Γέφυρα) προς Καλλίπολη και από Τεκιρντάγ (Ραιδεστό) προς Δ. Θράκη (Ελλάδα).

Σήμερα η Κεσσάνη απέχει περίπου 25 χλμ. ανατολικά από τα ελληνοτουρκικά σύνορα, αποτελεί πρωτεύουσα ομώνυμης επαρχίας του νομού Εντιρνέ και ο πληθυσμός της ανέρχεται σε 45.000 κατοίκους. Τους καλοκαιρινούς μήνες, ο πληθυσμός σχεδόν διπλασιάζεται. Κύριες ασχολίες των κατοίκων συνεχίζουν να είναι γεωργικές και κτηνοτροφικές, το εμπόριο και ο τουρισμός. Σημειώνεται ότι από την Κεσσάνη διέρχονται όλοι οι Έλληνες τουρίστες που επισκέπτονται την Κωνσταντινούπολη και γενικότερα την Τουρκία.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στην Κεσσάνη υπήρξε μια έξαρση ανοικοδόμησης πολυκατοικιών προκειμένου να καλυφθούν ανάγκες αστυφιλίας από τις γύρω περιοχές.


Ιστορία

Η Κεσσάνη βρίσκεται επί λόφου, πιθανώς επί της αρχαίας τοποθεσίας Κισσήνης του Σουΐδα, ή παρά την αρχαία ελληνική Κισσήνη του Ησυχίου του Αλεξανδρινού. Σε απόσταση μιάς ώρας (πεζή) σε ψηλό λόφο σώζονται τα ερείπια της αρχαίου φρουρίου "Παλαιόκαστρο", κατά ντόπια ονομασία που πρόκειται για το Κισσό που μνημονεύει ο Στράβων και ο Κατακουζηνός.

Κατά την ελληνική κατοχή της πόλης το 1921, η τότε ελληνική διοίκηση άλλαξε το όνομα σε Κεσσίνη από το προηγούμενο όνομά της που ήταν Ρούσκιοϊ, με το οποίο και αναφέρεται σε παλιούς χάρτες. Πριν το 1920 η Κεσσάνη ήταν έδρα καϊμακάμη και υπάγονταν διοικητικά στο νομό της Καλλίπολης. Επί ελληνικής κατοχής αποτελούσε έδρα υποδιοίκησης υπό τη δικαιοδοσία της οποίας περιλαμβάνονταν 55 χωριά και οικισμοί.

Οι κάτοικοι της Κεσσάνης πριν το 1912 ανέρχονταν σε 10.000 περίπου και καταγίνονταν με τη γεωργία, κτηνοτροφία και το εμπόριο. Μετά την υπογραφή της πρώτης προσφυγικής συνθήκης μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Ελλάδας ξεκίνησε ένας ανθελληνικός διωγμός (1914-1918) σε όλη τη Θράκη με συνέπεια ο ελληνικός πληθυσμός της πόλης να μειωθεί αισθητά. Στην απογραφή του 1920 οι εκεί Έλληνες ήταν μόνο 5.300. Την ίδια εποχή εκκλησιαστικά η Κεσσάνη υπαγόταν στη Μητρόπολη Ηρακλείας και Ραιδεστού, και είχε δύο εκκλησίες, των Τριών Ιεραρχών και του Αγίου Αθανασίου. Στη πόλη διατηρούνταν επίσης δύο πλήρη αρρεναγωγεία και ένα παρθεναγωγείο.

Μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923, οι Έλληνες της Κεσσάνης μετανάστευσαν στην Ελλάδα, δημιουργώντας τη Νέα Κεσσάνη, στον Νομό Ξάνθης.

 

 

ΜΑΔΥΤΟΣ

 

Η ίδρυση της Μαδύτου ανάγεται στους προϊστορικούς χρόνους. Τον 7ο π.Χ. αι. την κατέλαβαν οι Αιολείς της Λέσβου και αργότερα οι Αθηναίοι. Λόγω της θέσης της ήταν πάντα το μήλο της έριδος.Την κατέλαβαν διαδοχικά Πέρσες, Σπαρτιάτες, Μακεδόνες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Ενετοί, Καταλανοί και το 1414 οι Οθωμανοί.

Βρίσκεται στο νοτιότερο άκρος της χερσονήσου της Καλλίπολης και σε απόσταση μερικών χιλιομέτρων δυτικά της αρχαίας Σηστού

Μέχρι και την έξοδο, 1922, η Μάδυτος διατήρησε το Ελληνικό της στοιχείο και ο ανδρικός πληθυσμός της ήταν παρόν σε όλα τα προσκλητήρια του Έθνους

Από το 18ο αιώνα εξελίχθηκε σε μεγάλο εμπορικό κέντρο και σε κέντρο διακίνησης των προϊόντων της Θράκης μια και βρισκόταν επάνω στη Θαλάσσια οδό Αιγαίου – Μαύρης Θάλασσας.

Στις αρχές του 20ου αιώνα η Μάδυτος είχε περίπου 11.000 κατοίκους. Διέθετε οκτατάξιο σχολείο αρρένων, εξατάξιο παρθεναγωγείο, νηπιαγωγείο με 900 συνολικά μαθητές και μαθήτριες και 18 δασκάλους και καθηγητές. Τα Γαιτάνακεια εκπαιδευτήρια καταστράφηκαν το 1915 μαζί και η πλούσια βιβλιοθήκη τους από το βομβαρδισμό των Αγγλογάλων στη διάρκεια του Α! παγκοσμίου πολέμου.

Σήμερα λέγεται Εσκί Ετζέ Αμπάτ.

 

 

ΑΡΚΑΔΙΟΥΠΟΛΙΣ (ΛΟΥΛΕ ΜΠΟΥΡΚΑΖ)


Αξιόλογο αστικό κέντρο της Ανατολικής Θράκης. Διοικητικά υπάγονταν στο Βιλαέτι Αδριανουπόλεως, στο Σαντζάκι Σαράντα Εκκλησιών και ήταν έδρα του ομώνυμου Καζά (κατά τον 15ο αιώνα η Αρκαδιούπολη υπάγονταν στο Σαντζάκι της Βιζύης). Εκκλησιαστικώς υπάγονταν στη Μητρόπολη Αδριανουπόλεως. Τον 17ο αιώνα η Αρκαδιούπολη είχε 700 σπίτια διασπαρμένα σε 6 συνοικίες. Το 1877 υπήρχαν 3.330 Έλληνες Οι κάτοικοι της Αρκαδιούπολης, Έλληνες και Τούρκοι ,βρίσκονταν σε ανθηρή οικονομική κατάσταση. Αυτό φαινόταν κυρίως από την παρουσία 300 περίπου καταστημάτων με πλούσια εμπορεύματα, όπου πραγματοποιούνταν ιδιαίτερα επικερδείς συναλλαγές. Μεγάλη φήμη είχε αποκτήσει σ’ ολόκληρη τη Θράκη το παζάρι βοδιών που λειτουργούσε στην Αρκαδιούπολη και διαρκούσε σαράντα μέρες. Στο τεράστιο καραβάν σεράγι της πόλης στεγάζονταν μεγάλοι στάβλοι για πολυάριθμα ζώα. Η Αρκαδιούπολη ήταν επίσης γνωστή για τους λουλάδες της . Κατά τη διάρκεια του πρώτου βαλκανικού πολέμου στην πόλη εισέρχονται οι Βούλγαροι ενώ ένα χρόνο αργότερα ανακαταλαμβάνετε από του Τούρκους. Κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου πολέμου οι Έλληνες της πόλης δέχθηκαν έντονες διώξεις με αποτέλεσμα την εγκατάστασή τους στις παράλιες ελληνικές πόλεις της Ραιδεστού , της Ηράκλειας ,της Καλλιπόλεως και των Γανοχώρων των ελληνικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης. Οι κάτοικοι επέστρεψαν την περίοδο της Ελληνικής Διοίκησης για να την εγκαταλείψουν οριστικά με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Το πρώτο κοινοτικό σχολείο κτίσθηκε στα 1834. Το σχολείο αυτό λειτούργησε ως Αλληλοδιδακτικό κατά την περίοδο 1844-1878. Ελληνικό σχολείο δημιουργήθηκε επίσης το 1868 και συνέχισε τη λειτουργία του μέχρι το 1879 οπότε εξελίχθηκε σε Αστική Σχολή Από το 1875 υπήρχε και πεντατάξιο Παρθεναγωγείο όπου φοιτούσαν 100 μαθήτριες. Η εκπαιδευτική ανάπτυξη του ελληνισμού της Αρκαδιουπόλεως στηρίζονταν κυρίως στις εισφορές του «Μουσοφιλούς Συλλόγου»(1872) της «Αγαθοεργούς Αδερφότητας Ομόνοια»(1901) και στις προσόδους της εκκλησίας του Αγ . Δημητρίου.

 

 

ΣΥΛΗΒΡΙΑ

Το 1846 γεννήθηκε σε αυτήν ο Αναστάσιος Κεφαλάς, που ήταν το 5ο παιδί της οικογενείας, ο μετέπειτα ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΓΓΝΩΜΗΣ.  Ένας από τους μεγαλύτερους Αγίους της Ορθοδόξου εκκλησίας . Η πατρική κατοικία του Αγίου όπως σώζεται μέχρι σήμερα.

 

Η Συλήβρια σήμερα

 

 

Η Σηλύβρια βρίσκεται 55 χλμ. δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Διοικητικά υπάγονταν στη Νομαρχία Κωνσταντινουπόλεως και στο Σαντζάκι Μέτρων ή Τσατάλτζας. Ήταν έδρα της ομώνυμης Μητρόπολης. Αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα αστικά κέντρα της Ανατολική Θράκης. Η παλιά πόλη της Σηλύβριας ήταν κτισμένη σε έναν απότομο βράχο κοντά στη θάλασσα. Τα βυζαντινά της τείχη σώζονται ακέραια. Από τις 22 εκκλησίες που υπήρχαν εντός των τειχών της, μετά την κατάκτηση από του Οθωμανούς στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, είχαν απομείνει μόνο 14. Η Σηλύβρια κατοικούνταν κυρίως από χριστιανούς, ήταν πλούσια πόλη με μεγάλη αγορά και αρκετούς ανεμόμυλους. Υπήρχαν ακόμη 60 περίπου ισπανοεβραϊκές κατοικίες. Συνδέθηκε σιδηροδρομικά με την Κωνσταντινούπολη και την Αδριανούπολη ενώ παλαιότερα υπήρχαν 32 χάνια για να διανυκτερεύουν οι ταξιδιώτες. Οι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο καθώς και με την αμπελουργία, την κτηνοτροφία τη γαλακτοκομία, τη ναυτιλία και την αλιεία. Στην πόλη το 1885 κατοικούσαν 270 ελληνόφωνες οικογένειες (1600 κάτοικοι). Λειτουργούσε Ελληνική Σχολή με 47 μαθητές και 2 δασκάλους, Δημοτικό σχολείο με 2 δασκάλους και 130 μαθητές και Παρθεναγωγείο με 110 μαθήτριες Το 1892 κατοικούσαν 550 ελληνόφωνες οικογένειες. Λειτουργούσε Αστική Σχολή με τρείς δασκάλους και 80 μαθητές, Νηπιαγωγείο με 150 μαθητές και τρεις δασκάλους και Παρθεναγωγείο με 150 μαθήτριες με τρεις δασκάλους. Με δαπάνη του μητροπολίτη Σηλύβριας Καλλίνικου ιδρύθηκε στα 1799 στη Σηλύβρια κοινοτικό σχολείο και ιερατική σχολή. Την διαχείριση των ελληνικών σχολείων της Σηλύβριας ανέλαβε αργότερα η συντεχνία των γουναράδων της πόλης. Ο Μητροπολιτικός ναός ήταν αφιερωμένος στη Γέννηση της Θεοτόκου. Αρκετοί ήταν οι σύλλογοι που λειτούργησαν στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου στη Σηλύβρια. Το 1878 ιδρύθηκε η αδελφότητα «Άγιος Σπυρίδων». Το 1905 ιδρύθηκε ο «Άγιος Αγαθόνικος» με σκοπό την ίδρυση αναγνωστηρίου και βιβλιοθήκης. Το 1909 μετονομάστηκε σε «Σύλλογος Απόλλων» με σκοπό την ίδρυση λέσχης, γυμναστηρίου και νυχτερινής σχολής. Το 1912 συστάθηκε η «Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα» Το 1903 συστάθηκε η γυναικεία Αδελφότητα «Ο Ευαγγελισμός».