ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

 

· Οι Έλληνες στη Βουλγαρία

Του Βλάση Αγτζίδη



Ένα από τα θέματα που διαπραγματεύτηκα στη συλλογική έκδοση Οι δρόμοι των Ελλήνων, αφορούσε  την ελληνική ιστορική παρουσία στα σημερινά βουλγαρικά εδάφη. Η σύγκρουση του ελληνικού, του βουλγαρικού και του σερβικού εθνικισμού για την “επόμενη ημέρα” των οθωμανικών εδαφών που σήμερα βρίσκονται στη  Βόρεια Ελλάδα, τη Νότια Βουλγαρία και την ΠΓΔΜακεδονίας,  υπήρξε η κύρια σύγκρουση στην περιοχή της Βαλκανικής στις αρχές του 20ου αιώνα. Η υπέρβαση αυτών των διαφορών και η δυνατότητα ειρηνικής συνύπαρξης και διαλόγου των σύγχρονων Ελλήνων, Βουλγάρων και Σέρβων επιτρέπει να  προσεγγίζεται η ιστορία των εθνικών κοινοτήτων ως ιστορικό αποκλειστικά φαινόμενο, χωρίς αυτό να προκαλεί θετικά ή αρνητικά εθνικιστικά αντανακλαστικά. Νομίζω ότι η εξέλιξη αυτή είναι μια πολύτιμη κατάκτηση της εποχής μας.  Το παρακάτω κείμενο, χωρίς τις φωτογραφίες που συνοδεύουν την εδώ ανάρτηση, αποτελεί την πλήρη μορφή, όπως παραδόθηκε στους εκδότες.



Οι Έλληνες της Βουλγαρίας

 

 

 

Η ελληνική παρουσία στα εδάφη της αρχαίας Μοισίας, που σήμερα περιλαμβάνονται στη Βουλγαρία, αρχίζει από τον 8ο π.χ. αιώνα. Από τον 8ο έως τον 6ο αιώνα π.χ., τα δυτικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας αποικίστηκαν  από τους Ίωνες της μικρασιατικής Μιλήτου.  Οι σημαντικότερες ελληνικές πόλεις  ήταν η Απολλωνία που ιδρύθηκε το 609 π.χ. και αργότερα ονομάστηκε Σωζόπολη και η Οδησσός (μέσα του 6ου π.χ. αιώνα), που αργότερα μετονομάσθηκε Βάρνα.  Οι ελληνικές πόλεις δημιούργησαν συμμαχίες με στόχο την εξασφάλιση καλύτερης άμυνας. Το Κοινό της Πενταπόλεως ή Εξαπόλεως, περιλάμβανε τις πόλεις Τόμοι, Οδησσός, Κάλλατις, Διονυσούπολις και Ίστρος.

Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους το κράτος του Λυσίμαχου εκτεινόταν μέχρι το Δούναβη. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο ο ελληνισμός ενισχύθηκε και δημιουργήθηκαν στο εσωτερικό της Θράκης νέες πόλεις, όπως η Φιλιππούπολη και η Σερδική και δημιουργείται το «Κοινόν των (Ελλήνων) Θρακών».


Οι κάτοικοι της Θράκης που είναι γνωστοί ως Θράκες αποσύρονται στα ορεινά και βαθμιαία απορροφώνται από το ελληνικό στοιχείο. Οι πολυάριθμες ελληνικές επιγραφές καθ’ όλο το χώρο, αποδεικνύουν την αναμφισβήτητη πολιτιστική και πληθυσμιακή επικράτηση του ελληνικού στοιχείου.

Κατά τη βυζαντινή εποχή, η Θράκη νότια του Αίμου ήταν ελληνόφωνη. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι την ίδρυση του πρώτου βουλγαρικού κράτους το 681 μ.Χ.

Οι πρωτοβούλγαροι θεωρούνται τουρανικό φύλο που κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα ξεκίνησε από τις στέπες της Κεντρικής Ασίας και εγκαταστάθηκε στην περιοχή  μεταξύ Εύξεινου Πόντου και Κασπίας Θάλασσας. Στη συνέχεια προέλασαν προς τη Δύση και το 679 μ.Χ υπό τον Ασπαρούχ πέρασαν το Δούναβη και εισήλθαν στο χώρο που αργότερα θα πάρει το όνομα Βουλγαρία. Εκεί αναμίχθηκαν με τις σλαβικές ομάδες που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή νωρίτερα. Έτσι διαμορφώθηκε ο τύπος του Βούλγαρου που γνωρίζουμε.

Κατά την πρώτη τους συνάντηση με τους Βουλγάρους, οι Βυζαντινοί τους θεωρούν “Σκύθες”. Με την ονομασία αυτή τους συναντούμε σε περιγραφές ακόμα και του 10ου μ.Χ αι. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα του Ιωάννου του Γεωμέτρου που περιγράφει τίς συμφορές των ελληνικών θεμάτων από τους εισβολείς: “Σκυθών (σ.τ.σ. Βουλγάρων) μέν πλήθος διατρέχουσι τάς επαρχίας ταύτας απανταχού διασπειρόμενοι, ωσεί ήσαν εν τη ιδία αυτών πατρίδι. Πρόρριζον δ’εκτέμνουσιν αυτής τήν ευγενή βλάστησιν ανδρών ακάμπτων καί σιδηρών τήν φύσιν καί τό ξίφος θερίζει τάς γενεάς των νηπίων. Καί κρατούσι μέν ταύτα εν ταίς αγκάλαις αυτών αι μητέρες, αλλ’εξαρπάζουσιν αυτά οι πολέμιοι διά των βελών θανατούντες. Κόνις λεπτή νυν κείνται αι τό πρίν οχυρώταται πόλεις. Καί τά κτήνη νέμονται σήμερον τό έδαφος, εν ώ άλλοτε άνθρωποι έζων. Ταύτα βλέπων οίμοι! πώς νύν θά παύσω δακρύων; ούτω πυρπολούνται οι αγροί ημών καί αι πόλεις!”


Έχουν ενδιαφέρον κάποιες πληροφορίες που δίνονται στη Στήλη της Πλίσκας, της πρώτης πρωτεύουσας των Βουλγάρων.  Η στήλη αυτή (ύψους 6,15μ και πλάτους 75 έως 54εκ) που είναι χαραγμένη στα ελληνικά το 822μ.Χ, αποδίδεται στον πρωτοβούλγαρο ηγεμόνα «Μέγα Χαν των Βουλγάρων» Ομουρτάγ (γιο του Κρούμου, απόγονου του Ασπαρούχ). Στην στήλη αυτή αναφέρονται τρεις εθνικές ομάδες στην περιοχή του πρώιμου αυτού βουλγαρικού βασιλείου: οι Έλληνες (ως Γραικοί), οι Σλάβοι (ως Σκλάβοι) και οι Βούλγαροι.

Με την μεταφορά πλήθους Ελλήνων και ελληνοφώνων αιχμαλώτων στο εσωτερικό της Βουλγαρίας, διαδίδεται η ελληνική γλώσσα καθώς και η χριστιανική θρησκεία. Επί Βόριδος Α’, το 866 μ.Χ., οι Βούλγαροι προσχώρησαν στο χριστιανισμό. Επί βασιλέως Συμεών (893-927), ο οποίος είχε ελληνική παιδεία, το βουλγαρικό κράτος έφτασε στη μέγιστη ακμή του. Το όνειρο του Συμεών ήταν στη θέση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας να θεμελιώσει μια ελληνοβουλγαρική. Ενέταξε στο κράτος του το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας και προσπάθησε πολλές φορές να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Μέχρι το τέλος του 9ου αιώνα το κύρος της ελληνικής γλώσσας παραμένει αδιαμφισβήτητο στο νέο βουλγαρικό κράτος. Στις επίσημες πρωτοβουλγαρικές επιγραφές χρησιμοποιείται κυρίως η ελληνική γλώσσα με χρήση σλαβονικών ή πρωτοβουλγαρικών λέξεων.


Οι Βυζαντινοί με τον Νικηφόρο Φωκά και με τον Ιωάννη Τσιμισκή, θα καταφέρουν να διαλύσουν το βουλγαρικό κράτος μετά το θάνατο του Συμεών, όταν θα αρχίσουν οι εξεγέρσεις των υπόδουλων λαών.  Ο τελευταίος βασιλιάς των Βουλγάρων, ο Βόρις Β’, θα μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη και θα λάβει τον τίτλο του Μάγιστρου, επιβεβαιώνοντας έτσι την πλήρη απορρόφηση του βουλγαρικού κράτους από το Βυζάντιο.

Στη συνέχεια τα εδάφη της σημερινής Βουλγαρίας θα ενταχθούν στο σερβικό κράτος, έως το 1340, οπότε καταλαμβάνονται από τους Οθωμανούς.

Οθωμανική εποχή

Η κατάκτηση του βουλγαρικού χώρου από τους Οθωμανούς θα διαρκέσει μέχρι το 1878. Το ελληνικό στοιχείο θα ενισχυθεί τόσο στο Νότο όσο και στις περιοχές του Εύξεινου Πόντου. Θα είναι το κυρίαρχο οικονομικά και πληθυσμιακά στοιχείο στις περιοχές αυτές, ενώ στο εσωτερικό θα κυριαρχούν οι βουλγαρόφωνοι αγροτικοί πληθυσμοί.


Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη των Ελλήνων στις βουλγαρικές περιοχές θα συμβεί με την έναρξη των μεγάλων μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που θα μείνουν γνωστές στην ιστορία με την ονομασία Τανζιμάτ. Τότε, πλάι στις παλιές συντεχνίες θα διαμορφωθούν ισχυρά ελληνικά αστικά στρώματα. Όμως η έναρξη της διαδικασίας αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα σφραγίσει και αυτή τη γεωγραφική περιοχή. Η υποχώρηση της παλιάς ενιαίας υπερεθνικής θρησκευτικής ταυτότητας προς όφελος των νέων εθνικών ταυτοτήτων, θα διαιρέσει τους παλαιούς πληθυσμούς που ανήκουν στο μιλέτ των ορθόδοξων και υπάγονταν στο ελληνόφωνο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Ως απότοκος αυτής της διαδικασίας, που άρχισε με τη εμφάνιση της ελληνικής και σερβικής εθνικής ιδεολογίας, θα εμφανιστεί και η βουλγαρική ιδεολογία. Οι Βούλγαροι εθνικιστές θα προσπαθήσουν να εμφυσήσουν την εθνική συνείδηση στους βουλγαρόφωνους πληθυσμούς καλλιεργώντας ένα αντιπατριαρχικό κλίμα, που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία σκληρού ανταγωνισμού προς τους Έλληνες. Το 1870 δημιουργείται η Αυτόνομη Βουλγαρική Εκκλησία που έγινε γνωστή ως «Εξαρχία».  Έκτοτε αρχίζει ένας ανταγωνισμός μεταξύ των Βουλγάρων και των Ελλήνων της Βουλγαρίας, που θα οδηγήσει σε όξυνση της εθνικές σχέσεις. Το πρώτο θύμα θα είναι η εκπαίδευση και η προσπα΄θεια που είχε ήδη ξεκινήσει για δημιουργία μεικτών ελληνοβουλγαρικών σχολείων στε πόλεις με μικτό πληθυσμό.

Η βουλγαρική ανεξαρτησία  οφείλεται στη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (3 Μαρτίου 1878), όταν οι Ρώσοι, μετά από έναν νικηφόρο πόλεμο υποχρεώνουν την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία να υπογράψει στο προάστιο Άγιος Στέφανος της Κωνσταντινούπολης την ομώνυμη συνθήκη με την οποία δημιουργούταν ένα μεγάλο βουλγαρικό κράτος που αρχίζοντας από την Καστοριά, περιλάμβανε  όλη τη Μακεδονία, εκτός από τη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική- και έφτανε έως τον Εύξεινο Πόντο και τον Δούναβη. Η Συνθήκη αυτή που υπήρξε απόρροια της φιλοβουλγαρικής στροφής της ρωσικής διπλωματίας, αναθεωρήθηκε την ίδια χρονιά με το Συνέδριο του Βερολίνου. Η Βουλγαρία του Αγίου Στεφάνου διαιρέθηκε σε τρία μέρη. Η Μακεδονία αποδόθηκε στους Οθωμανούς, η Ανατολική Ρωμυλία έγινε αυτόνομη οθωμανική επαρχία με χριστιανό ηγεμόνα ενώ η Βόρεια Βουλγαρία έγινε βουλγαρικό πριγκηπάτο, φόρου υποτελές στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.


Η Ανατολική Ρωμυλία

Η Συνθήκη του Βερολίνου προέβλεπε ότι θα επιλεγόταν από τις μεγάλες Δυνάμεις και την Οθωμανική Αυτοκρατορία ο χριστιανός κυβερνήτης της Αν. Ρωμυλίας, της οποίας η πρωτεύουσα θα ήταν η Φιλιππούπολη (Πλοβντιβ). Προέβλεπε επίσης ότι θα δημιουργούνταν τοπική εθνοφρουρά που θα διασφάλιζε την τάξη. Πρώτος χριστιανός κυβερνήτης ορίστηκε ο πρίγκηπας Αλέξανδρος της Βουλγαρίας. Στις 6 Σεπτεμβρίου σημειώθηκε βουλγαρικό εθνικιστικό κίνημα με τη σύμφωνη γνώμη του Αλέξανδρου, το οποίο κήρυξε την ένωση με το Πριγκηπάτο της Βουλγαρίας. Η Ρωσία, σε αντίθεση με την Υψηλή Πύλη, εκδήλωσε την αντίθεσή της σ’ αυτήν την εξέλιξη. Με διαταγή του Τσάρου αποχώρησαν όλοι οι Ρώσοι αξιωματικοί και σύμβουλοι του βουλγαρικού στρατού. Έντονα διαμαρτυρήθηκαν η Ελλάδα και η Σερβία. Η ελληνική κυβέρνηση διέταξε και επιστράτευση, αλλά ήταν μακρυά από τις εξελίξεις για να μπορέσει να αντιδράσει ουσιαστικά. Η Σερβία που διεκδικούσε ένα τμήμα της Ανατολικής Ρωμυλίας ηττήθηκε το Νοέμβριο του 1885 από τα βουλγαρικά στρατεύματα στη μάχη της Σλίβνιτσα. Τα τελικά σύνορα τα καθόρισε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου στις (Μάρτιος 1886). Έκτοτε η Ανατολική Ρωμυλία εντάχθηκε οριστικά στο βουλγαρικό κράτος.

Οι Έλληνες κατοικούσαν σε τρεις κυρίως σημεία. Η Κοτζαγεώργη περιγράφει αυτά τα σημεία ως εξής:

α) στο λεκανοπέδιο του Άνω Έβρου, όπου οι πόλεις Φιλιππούπολη (Plovdiv), Στενήμαχος (Asenovgrad), Χάσκιοϊ (Haskovo), Τατάρ-Παζαρτζίκ (Pazartzik), Περιστερά (Pestera), και άλλες μικρές κοινότητες με ελληνικό πληθυσμό,

β) στο λεκανοπέδιο του Κάτω Τόντζου, όπου και η επαρχία Καβακλή (Topolovgrad) με έντεκα ελληνικά χωριά και

γ) στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, στις πόλεις Αγχίαλο (Pomorie), Σωζόπολη  (Sozopol), Mεσήμβρια (Nesebar), Πύργο (Burgas), Αγαθούπολη (Ahtopol).

Οι Έλληνες αναπτύσσουν σημαντικά τις κοινοτικές τους δομές και ενεργοποιούνται πολιτιστικά, ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ιδρύονται φιλολογικοί, φιλεκπαιδευτικοί, φιλανθρωπικοί σύλλογοι, δημιουργούνται σχολεία, κοινωφελή καταστήματα, βιβλιοθήκες. Εκδίδονται και κυκλοφορούν εφημερίδες. Η ραγδαία οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική εξέλιξη των Ελλήνων οδήγησε στη μεγάλη εθνική τους διαφοροποίηση από τους σύνοικους λαούς.

Η Φιλιππούπολη, που αποτελεί το μητροπολιτικό πνευματικό κέντρο των Ελλήνων της Ανατολικής Ρωμυλίας, είχε ελληνικό σχολείο από τις αρχές του 18ου αιώνα. Η «Κεντρική Ελληνική Σχολή» της Φιλιππούπολης ιδρύθηκε το 1726 και αναδιοργανώθηκε το 1780.  Στη Στενήμαχο, που αποτελεί μεγάλο ελληνικό αστικό κέντρο σχολείο δημιουργείται από το 1821 ενώ στα παράλια του Εύξεινου Πόντου οργανωμένα σχολεία συναντιούνται στις καθαρά ελληνικές πόλεις της Αγχιάλου, της Σωζόπολης, της μεσημβρίας και της πόλης του Πύργου. Την ανάπτυξη της ελληνικής εκπαίδευσης στη Βουλγαρία υποστηρίζουν ελληνικοί σύλλογοι της Κωνσταντινούπολης όπως ο «Ελληνικός Φιλολογικός», ο «Θρακικός Φιλεκπαιδευτικός», η «Εκπαιδευτική και Φιλανθρωπική Αδελφότης». Μικρότερη δράση είχε και ο αθηναϊκός «Σύλλογος προς διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων».

Με τη δημιουργία της αυτόνομης Ανατολικής Ρωμυλίας, την όξυνση των εθνικών ανταγωνισμών και την παρουσία ενός επιθετικού και σκληρού βουλγαρικού εθνικισμού, παρατηρείται μια συσπείρωση του ελληνικού στοιχείου γύρω από την εκπαίδευση. Ελληνικά σχολεία ιδρύονται και στις πιο μικρές ελληνικές κοινότητες.  Μεγάλη ανάπτυξη έχει και η εκπαίδευση των γυναικών με μια αυτοτελή γυναικεία εκπαίδευση. Η Κοτζαγεώργη αναφέρει ότι στη δεκαετία του 1860 υπήρχαν ήδη έξη παρθεναγωγεία. Από τη δεκαετία του 1870 άρχισε να γενικεύεται η εκπαίδευση των κοριτσιών και να διευρύνεται σε μεγαλύτερο κοινωνικό κύκλο.

H μοίρα των ελληνικών κοινοτήτων της Βουλγαρίας κρίθηκε κυρίως στο πλαίσιο της εμφάνισης του βουλγαρικού εθνικού κινήματος, το οποίο εξαρχής προσπάθησε να μειώσει την επιρροή του ελληνικού Οικουμενικού Πατριαρχείου στις σλαβόφωνες περιοχές. Ο βουλγαρικός εθνικισμός διεκδίκησε την ιδεολογική κυριαρχία απομονώνοντας τις σλαβόφωνες μάζες του ορθόδοξου μιλέτ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τον φυσικό το ηγέτη. Και όπως είχαν διευθετηθεί τα ζητήματα αυτά μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, φυσικός θρησκευτικός ηγέτης όλων των ορθόδοξων πληθυσμών ήταν το ελληνόφωνο Πατριαρχείο. Η αποσάρθρωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των δομών που είχε ορίσει οδήγησαν σε σκληρές συγκρούσεις με όχημα τους εθνικισμούς που εμφανίστηκαν σε όλα τα χριστιανικά έθνη που διεκδικούσαν την απελευθέρωσή τους από την Υψηλή Πύλη. Στην περίπτωση όμως της Βουλγαρίας, η ισχυρή παρουσία των ελληνικών κοινοτήτων και η διασύνδεσή τους με την πνευματική κυριαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου οδήγησε σε ακρότητες τους Βούλγαρους εθνικιστές.


Χαρακτηριστικά είναι τα γεγονότα που συνέβησαν στη Βάρνα κατά τον Ιούνιο του 1906, όταν επιχειρήθηκε να έρθει στην πόλη ο νέος μητροπολίτης. Ο Ευθυμιάδης περιγράφει το γεγονός: «…κατά την δευτέραν άφιξιν εις την Βάρναν του Έλληνος Μητροπολίτου Νεοφύτου, υπεδέχθη κατά τον πλέον φαρισαϊκόν τρόπον και παρέλαβεν εκ του ατμοπλοίου τον αφιχθέντα εις Βάρναν δια δευτέραν φοράν Έλληνα αρχιερέα εκπρόσωπος της βουλγαρικής κυβερνήσεως, ενώ τα μίσθαρνα όργανά της, ωπλισμένα με περίστροφα και ρόπαλα, ανέμενον εις την αποβάθραν της πόλεως το θύμα των και μόλις εδόθη το σύνθημα υπό του Επάρχου Βάρνης με εκ των προτέρων ορισθείσα κίνησιν της χειρός του ήρχισεν λυσσωδώς ο λιθοβολισμός του Μητροπολίτου Νεοφύτου. Ο λιθοβολούμενος ιεράρχης ματαίως διαμαρτύρεται και ζητεί την  βοήθειαν και την προστασίαν των παρισταμένων εις την υποδοχήν του βουλγαρικών Αρχών, αι οποίαι τουναντίον, προυστάτευον με την βουλγαρικήν αστυνομίαν τους λιθοβολούντας τον Έλληνα Μητροπολίτην Βουλγάρους, δια να περατώσουν απερίσπαστοι και με την άνεσίν των το σκηνοθετημένον έγκλημά των. Τελικώς μετά το πλήγμα με μεγάλον λίθον εις το στήθος του, έπεσε λιπόθυμος ο λιθοβολούμενος Ιεράρχης και μετεφέρθη αναίσθητος και καθημαγμένος εκ των πολλών πληγμάτων εις το ατμόπλοιο , το οποίον τον επανέφερε αιμόφυρτον και εις οικτράν κατάστασιν εις την Κωνσταντινούπολη…. Αποθρασυθέντες έτι μάλλον… επεδόθησαν εις την εκτέλεσιν του δεύτερου μέρους του προγράμματος βανδαλισμών και θηριωδιών των κατά των Ελλήνων κατοίκων της Βάρνης, οι οποίοι ανύποπτοι είχον προσέλθει ει τον λιμένα της πόλεως δια να υποδεχτούν … τον Νεόφυτον και οι οποίοι εδάρησαν και ποικιλοτρόπως εκακοποιήθησαν υπό του μαινόμενου βουλγαρικού όχλου, ο οποίος ώρμησεν εν συνεχεία με μανίαν εις την Ελληνικήν Συνοικίαν της πόλεως και έθραυσε με λίθους τα παράθυρα των Ελληνικών Ιερών Ναών, του Ελληνικού Προεξενείου και των ελληνικών καταστημάτων και οικιών….»


Παρόμοια γεγονότα συνέβησαν στις περισσότερες πόλεις και χωριά της Ανατολικής Ρωμυλίας που κατοικούσαν Έλληνες με πογκρόμ και κατασχέσεις των Ελληνικών εκκλησιών και των κοινοτικών κτιρίων. Την κατάσταση όξυνε περαιτέρω η σύγκρουσης Ελλάδας-Βουλγαρίας για την κυριαρχία στις  οθωμανικές περιοχές της Μακεδονίας. Η έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα σηματοδότησε την ακόμα μεγαλύτερη σκλήρυνση της βουλγαρικής στάσης κατά των ελληνικών κοινοτήτων της Βουλγαρίας.  Το συσχετισμό Μακεδονικού Αγώνα και αντεκδικήσεις στην Ανατολική Ρωμυλία αντελήφθηκαν και κάποιοι ξένοι μελετητές όπως ο Allen Upward, ο οποίος στη μελέτη του υπό τον τίτλο: «Το ανατολικό άκρο της Ευρώπης» αναφέρει: «…Εκεί  οι ελληνικές πόλεις, που παραδόθηκαν με τη Συνθήκη του Βερολίνου στη Βουλγαρία λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν. Οι κάτοικοί τους δεινοπάθησαν και εσφάγησαν ακόμα από τους βούλγραους, ως εκδίκηση για το φραγμό που τέθηκε στους κομιτατζήδες από τα ελληνικά σώματα που οργανώθηκαν και στάλθηκαν  για το σκοπό αυτό στη Μακεδονία…»

Τα γεγονότα της Αγχιάλου

Η πόλη της Αγχιάλου ήταν πρωτεύουσα της αντίστοιχης επαρχίας του νομού Πύργου (Bourgas). Η επαρχία αυτή ήταν η μόνη όπου το ελληνικό στοιχείο υπερτερούσε των Βουλγάρων. Ακόμα και μετά τα δραματικά γεγονότα του 1906 και τη μετανάστευση που ακολούθησε, ο ελληνικός πληθυσμός παρέμεινε σε ποσοστά της τάξης του 25%.


Η σειρά της Αγχιάλου ήρθε μετά τα πογκρόμ κατά των ελληνικών κοινοτήτων της Βάρνας, του Πύργου, της Φιλιππούπολης, της Στενημάχου κ.ά. Οι κάτοικοι της Αγχιάλου βλέποντας την απραξία αν όχι και τη συνέργεια των βουλγαρικών αρχών στις ακρότητες των παρακρατικών στοιχείων, συγκρότησαν μόνοι την άμυνα της πόλης τους.

Οργανώθηκαν και εξοπλίστηκαν  για να απωθήσουν τους εισβολείς. Η επίθεση κατά της πόλης οργανώθηκε από τις επίσημες αρχές, ενώ τμήματα του τακτικού στρατού κατέλαβαν σημαντικά σημεία πριν της πόλης, για να αποτρέψουν την ένοπλη αντίσταση των κατοίκων στους εισβολείς. Παράλληλα ειδοποιήθηκαν οι βουλγαρικές οικογένειες που ζούσαν στην Αγχίαλο να εγκαταλείψουν την πόλη. Στις 30 Ιουλίου άρχισε η επίθεση των οργανωμένων κομιτατζήδων με τη συνδρομή των τακτικών τμημάτων του στρατού.  Η αρχική προέλαση και η πυρπόληση της Ελληνικής Εκκλησίας και μέρους της Ελληνικής Συνοικίας, σταμάτησε από τους ένοπλους Αγχιαλίτες. Η παρέμβαση της έφιππης βουλγαρικής αστυνομίας και νέων πάνοπλων  τμημάτων κομιτατζήδων από τον γειτονικό Πύργο έκριναν την έκβαση της μάχης. Κατέστρεψαν ολοσχερώς την πόλη ενώ κακοποίησαν τα γυναικόπαιδα που είχαν καταφύγει στην παραλία της Αγχιάλου.

Υπολογίζεται ότι καταστράφηκαν περί τις 1200 οικίες και το συνολικό κόστος ανήλθε σε 50 εκατομμύρια χρυσά φράγκα, Σκοτώθηκαν 250 Έλληνες κάτοικοι της Αγχιάλου ενώ δεν υπολογίστηκε ποτέ ο αριθμός των ατόμων που έχασαν τη ζωή τους μέσα στη φλεγόμενη πόλη.

 

Τα πληθυσμιακά μεγέθη

Ακριβείς μελέτες για τους Έλληνες της Βουλγαρίας δεν υπάρχουν. Δίνονται πολύ διαφορετικά μεταξύ τους νούμερα τα οποία κυμαίνονται μεταξύ 80.000 και 250.000. Μια πιο ψύχραιμη και ρεαλιστική εκτίμηση φαίνεται ότι κάνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο αναφέρει ότι στην κρίσιμη φάση του 1906 στην περιοχή ζούσαν 100.000 περίπου Έλληνες. Σε μια αξιόπιστη μελέτη με τον τίτλο «Η προ των καταστροφών δύναμις του ελληνισμού εν Αν. Ρωμυλία»   που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελληνισμός» το 1908, ο αριθμός των Ελλήνων που κατοικούσαν στην Νότια Βουλγαρία υπολογίζεται σε 94-97.000. Στον αριθμό αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται ο αριθμός των Ελλήνων που κατοικούσαν στη Βόρεια Βουλγαρία. Η Ξανθίππη Κοτζαγεώργη υπολογίζει ότι το 1900 ο πραγματικός αριθμός των Ελλήνων της Νότιας Βουλγαρίας είναι 80.000. Στον αριθμό αυτό περιλαμβάνονται και 7.500 περίπου τουρκόφωνοι Γκαγκαούζοι ελληνικής εθνικής συνείδησης. Ο συνολικός αυτός αριθμός πλησιάζει στις εκτιμήσεις τον αριθμό των 81.923 που δίνει το 1903 ο  Ν. Φουντούλης, Έλληνας πρόξενος στη Φιλιππούπολη.

Μετά τα γεγονότα του 1906 παρατηρήθηκε αναχώρηση ενός αριθμού Ελλήνων από τη Βουλγαρία. Επίσης περιορισμένο κύμα μετανάστευσης προκάλεσαν κάποια καταπιεστικά μέτρα που πάρθηκαν από τις βουλγαρικές αρχές μετά την ήττα της Βουλγαρίας στο Β’ Βαλκανικό πόλεμο.  Στην Έξοδο συνέβαλε η απαγόρευση της Ελληνικής Εκκλησίας μετά το 1914 καθώς και τα περιοριστικά μέτρα που ελήφθησαν κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η κορύφωση της εξόδου θα συμβεί μετά την υπογραφή της Σύμβασης του Νεϊγί για την Ανταλλαγή των πληθυσμών. Η Ξανθίππη Κοτζαγεώργη υπολογίζει σε 37.000 τους Έλληνες που εγκατέλειψαν τις εστίες τους στη Βουλγαρία. Σ’ αυτούς δεν προσμετρώνται όσοι έφυγαν για άλλες χώρες. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν και τα στοιχεία της Μεικτής Επιτροπής που ήταν υπεύθυνη για την Ανταλλαγή των πληθυσμών φαίνεται ότι συνολικά 62.109 Έλληνες αναχώρησαν από τη Βουλγαρία από το 1906.

Με την τελευταία επίσημη απογραφή πριν από τον  Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καταγράφονται 10.000 Έλληνες στη Βουλγαρία, στους οποίους όμως δεν προσμετρούνταν οι Σαρακατσάνοι και οι Γκαγκαούζοι. Το 1942, κατά τη διάρκεια του πολέμου η Βουλγαρική κυβέρνηση θέσπισε νόμο με τον οποίο δεν αναγνωριζόταν πλέον ούτε η ελληνική ιθαγένεια, ούτε και η ελληνική υπηκοότητα στους  Έλληνες της Βουλγαρίας. Μεταπολεμικά, ως μόνοι Έλληνες αναγνωρίζονταν οι πολιτικοί πρόσφυγες του Εμφυλίου, οι οποίοι όμως δεν είχαν καμιά ιστορική σχέση με τις παλιές γηγενείς ελληνικές κονότητες της Βουλγαρίας.

Όσον αφορά όμως τις βουλγαρικές απογραφές, η Κοτζαγεώργη γράφει: «Με δεδομένη την οξεία εθνική αντιπαράθεση Ελλήνων και Βουλγάρων κατά τη διάρκεια όλης της εξεταζόμενης χρονικής περιόδου, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα συστηματικής παραποίησης  των στοιχείων των απογραφομένων προσώπων εκ μέρους των απογραφέων ή της ειδικής στατιστικής υπηρεσίας που τα επεξεργάστηκε και αυτό για καθαρά πολιτικούς λόγους που εξυπηρετούσαν την κρατική πολιτική αφομοίωσης των μειονοτήτων στη Βουλγαρία και τη μείωση στο ελάχιστο της πιθανότητας για την έγερση διεκδικήσεων από τη γειτονική Ελλάδα με αφορμή την παρουσία ελληνικής μειονότητας στο έδαφος της Βουλγαρίας.»

 

Σήμερα

Ο Στ. Γεωργούλης στην παρουσίαση του τόμου “Οι Έλληνες της Βουλγαρίας. Ένα ιστορικό τμήμα τον περιφερειακού ελληνισμού”, αναφέρει: «ο πανάρχαιος Ελληνισμός της Βουλ­γαρίας, υπέστη συστηματική εξόντωση από τους φορείς του Βουλγαρι­κού εθνοφυλετισμού, με αποκορύφωμα την πυρπόληση της Αγχιάλου το 1906. Τα δραστικά καταπιεστικά και αφομοιωτικά μέσα που μετήλθε η Βουλγαρική Κυβέρνηση κατά το εξεταζόμενο διάστημα, παρόλο ότι οδή­γησαν τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων σε μαζική έξοδο προς την Ελλάδα, δεν κατάφεραν ωστόσο να αφανίσουν πλήρως τον ελληνι­σμό από την περιοχή, καταρρίπτοντας την επίσημη άποψη, ότι οι Έλλη­νες της Βουλγαρίας έχουν ανταλλαγεί μέχρι ενός. Σήμερα ο συρρικνωμένος αυτός και άλλοτε δραστήριος ελληνισμός επαναδραστηριοποιείται και πάλι…»

Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει τον ακριβή αριθμό των ελληνικής καταγωγής πολιτών της σημερινής Βουλγαρίας. Οι ίδιοι που δραστηριοποιούνται πολιτιστικά με συλλόγους ελληνο-βουλγαρικής φιλίας εκτιμούν ότι στη Βουλγαρία σήμερα διαμένουν περί τους 25.000 Έλληνες.

Σε μια ενδιαφέρουσα παρέμβαση στο διαδίκτυο για το σήμερα της Ανατολικής Ρωμυλίας, ο Ν.  Κατσιλιώτης  γράφει: «Φιλιππούπολη, Βάρνα, Αγχίαλος είναι κομμάτια της Ανατολικής Ρωμυλίας που αγωνίζεται σκληρά για να κερδίσει την αντίξοη μάχη για την επιβίωση και παραμένει για τον μέσο `Ελληνα πολίτη μια ομιχλώδη αίσθηση βυζαντινής παράδοσης.

Ξαφνικά στην δεκαετία του 1990,με την πτώση του κομμουνισμού, ξεπεράσαμε ένα μακροχρόνιο σόκ αμνησίας, θυμηθήκαμε τους `Ελληνες της Αν.Ρωμυλίας οι οποίοι παρά τις πιέσεις των βουλγαρικών σωβινιστικών οργανώσεων κράτησαν την ελληνική τους ταυτότητα κάτι που φαίνεται από την μουσική και την λαϊκή λογοτεχνία.

Εντυπωσιακές ήταν οι πρωτοβουλίες των ιδιωτών οι οποίοι με τις επενδύσεις τους στην περιοχή απέδειξαν στην διεθνή κοινή γνώμη ότι ενδιαφέρεται να βοηθήσει τον ελληνισμό της περιοχής να βγεί από την αφάνεια και να αποκτήσει το δικό του μερίδιο στην πολιτισμική και οικονομική ζωή των δρώμενων της βουλγαρικής κοινωνίας.

Αναμφίβολα το εγχείρημα είναι αρκετά δύσκολο:Το ελληνικό κράτος έχει να αντιμετωπίσει την εχθρικότητα των τουρκογενών ντόπιων ισλαμιστών, τη διείσδυση το Τουρκικού κράτους και το κυνικό διπλωματικό πόκερ των Μεγάλων Δυνάμεων.»

Μια φωνή από τους Έλληνες της Βουλγαρίας

Μια ενδιαφέρουσα παρέμβαση στη Συνδιάσκεψη της Νεολαίας του Απόδημου Ελληνισμού της Ευρώπης, (Φρανκφούρτη, 12 Δεκεμβρίου 1998) του Ανδρέα Δρόντζου, ως Εκπρόσωπος της Νεολαίας του Συλλόγου  Ελλήνων Βουλγαρίας «Δημοκρατική Οργάνωση Μόρφωσης και Εκπαίδευσης», αποδεικνύει ότι το παλιό χάσμα των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων με τους παλιούς γηγενείς Έλληνες της Βουλγαρίας έχει ξεπεραστεί και πλέον μαζί αντιμετωπίζουν τις νέες προκλήσεις:

«Παλιά, οι Έλληνες στην Βουλγαρία ήμασταν πολύ περισσότεροι και δεν γνωρίζαμε ούτε το άγχος, ούτε την ανεργία, ούτε την ανέχεια. Εν συντομία, αναφέρω μερικά στοιχεία, κατά διάφορες περιόδους, στα πλαίσια της ΔΟΜΕ (Δημοκρατική Οργάνωση Μόρφωσης και Εκπαίδευσης) που λειτούργησαν: 12 χορωδιακά συγκροτήματα, 13 χορευτικά συγκροτήματα, 9 ορχήστρες, 7 φωνητικοί όμιλοι, 5 θεατρικοί όμιλοι, 14 παιδικές χορωδίες, 12 παιδικά χορευτικά συγκροτήματα, 7 παιδικές μαντολινάτες, 10 ποδοσφαιρικές ομάδες. Επίσης, υπήρχε υποχρεωτική εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, με απόφαση του υπουργείου Παιδείας, τρία καλλιτεχνικά φεστιβάλ και παιδικές κατασκηνώσεις, κάθε καλοκαίρι. (σ.τ.σ εννοεί δραστηριότητες που τότε αφορούσαν τους Έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες). Αυτά και άλλα πολλά, που μονομιάς εξαφανίστηκαν, τα χάσαμε.

Από το 1982 αρχίζει το δράμα μας. Καταργήθηκαν τα πάντα. Μείναμε χωρίς λέσχες. Ταλαιπωρίες πάρα πολλές. Δεν περιγράφονται. 9 ολόκληρα χρόνια, χωρίς καμία οργανωτική ζωή, χωρίς καμιά επαφή με τον κόσμο μας. Κανείς από τους μεγάλους δεν ήθελε να ακούσει για επαναλειτουργία της οργάνωσής μας. Κι όμως ο «Ελληνας», όπου και να βρεθεί, δε σταματά να παλεύει, να δημιουργεί.

Επιτέλους, στις 10 Ιουλίου 1991, μετά από τρεις παρουσιάσεις μας στο Δικαστήριο της Σόφιας, επίσημα αναγνωριστήκαμε ως Σύλλογος Ελλήνων Βουλγαρίας ΟΜΕ, σύμφωνα με το άρθρο 136, του νόμου περί της προσωπικότητας και της οικογένειας, ως σύλλογος μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Σκοπός του συλλόγου: να διατηρεί και να εκλαϊκεύει τις λαϊκές παραδόσεις, τα ήθη και έθιμα του Ελληνικού λαού, να γνωστοποιεί στα μέλη του, στα μέλη και τις οικογένειές τους, τις πολιτιστικές και πνευματικές αξίες της Πατρίδας.

Πριν τρία χρόνια, ξεκινήσαμε τα μαθήματα ελληνικής γλώσσας, με συμμετοχή 40 μαθητών. Τη σχολική χρονιά 1997-1998, τα μαθήματα παρακολούθησαν πάνω από 180 μαθητές. Πριν δύο χρόνια δημιουργήσαμε το χορευτικό μας συγκρότημα με 40 μέλη. Διδάσκονται παραδοσιακοί χοροί απ’ όλες τις εθνογραφικές περιοχές της Ελλάδας. Ήδη δώσαμε τις πρώτες παραστάσεις στην Καβάλα, στη Δράμα και στη Σόφια. Στις 22-23 Σεπτεμβρίου 1997, ένα μέρος του χορευτικού συγκροτήματος έλαβε μέρος στο 1ο καλλιτεχνικό φεστιβάλ του Ελληνισμού της Διασποράς, στο Ηρώδειο, στην Αθήνα, όπου, σύμφωνα με τους διοργανωτές του, άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Κάθε χρόνο, στις 25 Μαρτίου, γιορτάζουμε την Εθνική μας Γιορτή, το Αθάνατο ’21.…. Σήμερα, κάθε παιδί από το σύλλογό μας που τελειώνει το γυμνάσιο ή πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει το θέμα εργασίας. Ο νέος δύσκολα βρίσκει δουλειά, διότι η ανεργία, σήμερα, στη Βουλγαρία είναι μεγάλη. Πάνω από 800.000 έχουν εγκαταλείψει την πατρίδα τους. Πάνω από 450.000 είναι οι άνεργοι. Πολλά από τα παιδιά του Συλλόγου μας – άλλα επίσημα, άλλα ανεπίσημα – κατεβαίνουν στην Ελλάδα ή σε άλλες χώρες. Ειδικά στη Σόφια, έχουν εγκατασταθεί αρκετοί Έλληνες επιχειρηματίες, καταστηματάρχες, έχουν ανοίξει επιχειρήσεις, μαγαζιά.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε εμείς οι νέοι Έλληνες στη Βουλγαρία, δυστυχώς, είναι πάρα πολύ καυτά. Τα περισσότερα παιδιά στην ηλικία μου είναι παιδιά τρίτης γενιάς. Η πλειοψηφία από αυτά τα παιδιά είναι παιδιά μικτού γάμου. Η οικονομική κρίση και η ανεργία στη χώρα που διαμένουμε, καταλαβαίνετε ακόμα, ότι απομακρύνουν τα παιδιά από τις ρίζες τους και από τα ελληνικά έθιμα….»


ΔΙΑΦΟΡΑ ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Βουλγαρία-Μια 89χρονη κρατά ζωντανό τον ελληνικό “παλμό” στη Βάρνα


Απέχει ένα βήμα μόλις από το “κατώφλι” των 90 της χρόνων και σε αντίθεση με άλλους συνομήλικούς της είναι αεικίνητη. Πρόεδρος της Ένωσης Γηγενών της Βάρνα- ουσιαστικά ενός συνδέσμου ελληνοβουλγαρικής φιλίας- η 89χρονη Βικτορία Ιβάνοβα λέει με περισσή υπερηφάνεια πως είναι η γηραιότερη των Ελλήνων της βουλγαρικής αυτής πόλης, στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας.

Το υψηλό επίπεδο που κατέχει στην ελληνική και γερμανική γλώσσα δεν την ικανοποιεί και το όνειρό της είναι να επισκεφθεί την Ιαπωνία και να μάθει … γιαπωνέζικα! Με θλίψη παραδέχεται, ωστόσο, πως λόγω της προχωρημένης ηλικίας της, το όνειρο αυτό δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί.

“Κατάγομαι από μια αριστοκρατική βυζαντινή οικογένεια. Τα ίχνη της οικογένειάς μου χάνονται γύρω στο 1.400 π.Χ. Πιστεύω ότι περισσότεροι από 100 απόγονοι της οικογένειας αυτής ζουν σήμερα στη Βάρνα και κανένας από αυτούς δεν περιορίστηκε στην ευγενική του καταγωγή”, δήλωσε πρόσφατα σε συνέντευξή της σε βουλγαρικό περιοδικό η κ. Ιβάνοβα.


Η ιστορία της οικογένειας της κ. Ιβάνοβα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία της ίδιας της πόλης. Κάποια από τα μέλη της ανήκαν στην οικονομική ελίτ της πόλης: έμποροι, γιατροί, ιδιοκτήτες ανταλλακτηρίων συναλλάγματος.

Μάλιστα, σε αντίθεση με την πατριαρχική δομή της οικογένειας προηγούμενων εποχών, οι γυναίκες της οικογένειας ήταν αυτές που … φορούσαν παντελόνια, όπως χαρακτηριστικά λέει η ίδια η κ. Ιβάνοβα.

Θυμάται τη συνονόματη γιαγιά της, τη Βικτορία, η οποία έγκυος στο έβδομο παιδί της, το 1910, έμαθε ότι ο άνδρας της αυτοκτόνησε καθώς χρεοκόπησε. Γέννησε το τελευταίο της παιδί και “μάζεψε” όλο το κουράγιο που της είχε απομείνει για να σταθεί στην οικογένειά της.

Η Ένωση και οι δεσμοί με την Ελλάδα

Η ίδια, μαζί με μια ομάδα φίλων της, οι περισσότεροι εκ των οποίων έχουν αποβιώσει, ίδρυσε το 1994 την Ένωση Γηγενών της Βάρνας. Από τότε, η εκπαιδευτική και πολιτιστική δράση της Ένωσης έχει επεκταθεί και σήμερα, η ομάδα αυτή αριθμεί 180 μέλη, που παίρνουν μέρος σε χορωδίες για παιδιά και ενήλικες, χορευτικά συγκροτήματα και μαθήματα ελληνικών, τα οποία επιμελείται προσωπικά η ίδια η κ. Ιβάνοβα.

Μάλιστα, κάθε χρόνο, παιδιά των οποίων οι οικογένειες ανήκουν στην Ένωση αυτή έρχονται για σπουδές στην Ελλάδα, ενώ σε ετήσια βάση διοργανώνεται από τον ίδιο φορέα κι ένα διεθνές φολκλορικό φεστιβάλ.

Η ίδια η κ. Ιβάνοβα εξηγεί στο περιοδικό “Vagabond” ότι η Ένωση που ίδρυσε μαζί με κάποιους φίλους δεν είναι απλά ένα καταφύγιο όσων έχουν ελληνική καταγωγή, αλλά και όσων προέρχονται από οικογένειες που ζουν στη Βάρνα εδώ και τέσσερις ή πέντε γενιές.

Το οίκημα που στεγάζει την Ένωση Γηγενών της Βάρνας βρίσκεται στο ελληνικό τετράγωνο της πόλης, σε ένα καινούργιο κτίριο της οδού “Prezviter Kozma” και όχι σε ένα από τα λίγα εναπομείναντα παραδοσιακά ελληνικά κτίρια της περιοχής.

Η Βάρνα των … Ελλήνων


Η Βάρνα είναι η τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Βουλγαρίας (μετά τη Σόφια και το Πλόβντιβ) και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια της χώρας, στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας.

Κατά καιρούς της έχουν αποδοθεί διάφοροι χαρακτηρισμοί, όπως “θαλάσσια πρωτεύουσα” και “θερινή πρωτεύουσα” της Βουλγαρίας.

Οι Έλληνες είναι αυτοί που, σύμφωνα με τις γραφές, πάτησαν πρώτοι “πόδι” στη Βάρνα. Κάτοικοι της αρχαίας Μιλήτου στη Μαύρη Θάλασσα ήταν αυτοί που ίδρυσαν την αποικία της Οδησσού γύρω στο 570 π.Χ. και κατ’ επέκταση την πόλη, που είναι σήμερα γνωστή ως Βάρνα.

Άλλωστε, οι Έλληνες, μαζί με Βούλγαρους, Εβραίους και Αρμένιους είναι αυτοί που έχουν κατοικήσει κατά καιρούς το παλαιότερο κομμάτι της πόλης, που περικλείεται από τον Θαλάσσιο Κήπο, τον σιδηροδρομικό σταθμό, το συγκρότημα κτιρίων του Φεστιβάλ της Βάρνα και τη λεωφόρο “Knyaz Boris”.

http://www.sae-europe.eu/2009-04-15-11-26-56/351—89—–qq

Στην παρακάτω διεύθυνση μπορείτε να ακούσετε τον Κώστα Βάρναλη να απαγγέλει την “Μπαλάντα του κυρ Μέντιου” :

http://www.youtube.com/watch?v=v018Oz-brfU

——————————————————–

Άγιος Βλάσιος (Μεσημβρία, Ανατολική Ρωμυλία)

«Στις 11 Φεβρουαρίου τιμάται από την Ανατολική Εκκλησία και ο Άγιος Βλάσιος ο ιερομάρτυρας. Από τη Δυτική τιμάται στις 3 Φεβρουαρίου. Καταγόταν από τη Σεβάστεια Αρμενίας της οποίας έγινε και επίσκοπός της. Γιος πλουσίων γονέων, σπούδασε Ιατρική και πρόσφερε τις υπηρεσίες του δωρεάν στους φτωχούς. Στον φοβερό διωγμό του Λικίνιου (308-333), κατά τον οποίο 17.000 εκ των συντοπιτών του μαρτύρησαν, και ο ιεράρχης τους εκλέχτηκε διάδοχος (309), κατέφυγε σε κοντινό σπήλαιο, όπου τον βρίσκουν να νηστεύει και να προσεύχεται εν μέσω θηρίων. Τον καταγγέλλουν. Στο δρόμο προς τον ηγεμόνα κάνει διάφορα θαύματα. Οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Αγρικόλα και «ομολογήσας το όνομα του Χριστού, τύπτεται ράβδοις και αναρτηθείς ξέεται». Τον ξύνει με σιδερένια χτένια. Επτά γυναίκες οι οποίες βλέπουν το μαρτύριό του και πάνε να τον σκουπίσουν, συλλαμβάνονται κι αυτές, ανακηρύσσονται  χριστιανές και αποκεφαλίζονται. Ρίχνεται στη λίμνη για να πνιγεί, αλλά ο Βλάσιος, αφού χαράσσει το σχήμα του σταυρού στα νερά της, βαδίζει πάνω σ’ αυτά, ωσάν να ήταν στεριά! Οι 68 στρατιώτες που τον ακολουθούν βυθίζονται και πνίγονται! Έτσι οι δήμιοι τον αποκεφαλίζουν και μαζί του και δυο παιδιά που πίστεψαν στο θεό του Βλασίου.


Στη Θράκη τον θεωρούν προστάτη των κτηνών και μάλιστα των εγκυμονούντων. Φερώνυμο χωριό (Άγιος Βλάσιος) υπήρχε στη Μεσημβρία της Ανατολικής Θράκης στη Μαύρη Θάλασσα. Οι ξεριζωμένοι κάτοικοί του ίδρυσαν κατόπιν στην Ελλάδα το χωριό Στρύμη σε ύψωμα με εξαίρετη θέα στον πανέμορφο κάμπο της Κομοτηνής. Στον Άγιο Βλάσιο είναι αφιερωμένη και μια κορυφή του όρους Μιτσικέλι, βόρεια των Ιωαννίνων, η οποία φέρει το όνομά του και έχει ύψος 1.044μ.»

Λαογραφία (Γιορτές και έθιμα της εβδομάδας) Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ», 10-2-2002

————————————————————————————–

Αναλυτικά οι πόλεις με το σημερινό τους όνομα και η ιστορία της ελληνικής τους κοινότητας από τον “Άτλαντα της ελληνικής Διασποράς” :

Σόφια

Οι Βυζαντινοί την ονόμαζαν Τριαδίτσα.  Υπήρχαν πολλοί Έλληνες έμποροι και η συνοικία τους λεγόταν «Ελληνική Αγορά», τοπωνύμιο γνωστό μέχρι τους Βαλκανικούς πολέμους.  Επίσης, τελούνταν στα ελληνικά η λειτουργία και Έλληνες ήταν οι μητροπολίτες της. Στη Σόφια εγκαταστάθηκαν αρκετοί Έλληνες από τη Στενήμαχο.  Ίδρυσαν σχολείο και είχαν τον ναό του Αγίου Γεωργίου.  Λίγο πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κοινότητα άρχισε να μειώνεται. Σήμερα δεν υπάρχει μόνο ελληνική πρεσβεία αλλά και προξενείο.

Στο Μουσείο της Σόφιας υπάρχουν μετάλλιο του Δία από τη Φιλιππούπολη, μαρμάρινο σύμπλεγμα ελληνιστικής εποχής, ανάγλυφο με ιππέα από τη Θράκη με ελληνική επιγραφή, χάλκινο κόσμημα θρακικής τέχνης, επιτύμβιο μνημείο με ελληνική επιγραφή, που βρέθηκε στη Μεσημβρία.

ΑΓΧΙΑΛΟΣ (Πομόριε)


Πόλη στην είσοδο του κόλπου του Πύργου.  Κοντά στη σημερινή πόλη και βορειοδυτικά ήταν η αρχαία πόλη.  Χτίστηκε τον 6ο αι. π.Χ. από Έλληνες της Απολλωνίας (Σωζόπολης) και ονομάστηκε Αγχίαλος, Αγχιαλός, Αγχιάλη, Αγχιάλεια, Απολλωνία και στα βυζαντινά χρόνια Αχελώος.  Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας εγκαταστάθηκαν στην πόλη πολλοί φυγάδες από την Κωνσταντινούπολη και επιδόθηκαν στην αλατοπαραγωγή (αλυκές), την αμπελουργία, την οινοποιία, την αλιεία, καθώς και στην κατασκευή γουναρικών.  Μαζί με τους άλλους φυγάδες της Κωνσταντινούπολης, εγκαταστάθηκαν στην Αγχίαλο και μερικοί συγγενείς των Παλαιολόγων και των Καντακουζηνών.  Από τη γενιά των τελευταίων αναδείχτηκαν πολλοί αξιωματούχοι της τουρκικής διοίκησης, ιδίως στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.

Τον αμιγή ελληνικό χαρακτήρα διατήρησε η πόλη μέχρι το 17ο αι., οπότε άρχισε να παρατηρείται αύξηση του μουσουλμανικού και βουλγαρικού στοιχείου.  Σπουδαία ήταν τα σχολεία της πόλης.  Εκεί δίδαξαν σπουδαίοι διδάσκαλοι, όπως ο Χρυσοβέργης Κουροπαλάτης (1790-1802), ο Άνδριος Γρηγόριος Ροΐδης (1819-1821), ο φιλικός Κωνσταντίνος Νέστωρ, ο Γρηγόριος Ζαράφης και άλλοι πολλοί.

Η πόλη διατήρησε πάντα ακμαίο Ελληνισμό μέχρι την Κυριακή 30 Ιουλίου 1906, όταν ομάδες Βουλγάρων εθνικιστών εισέβαλαν στην πόλη και έγιναν μάχες.  Η ελληνική εκκλησία, το σχολείο και μερικές κατοικίες έγιναν κέντρα άμυνας.  Όταν ήρθαν ενισχύσεις στους Βούλγαρους, πυρπολήθηκε η πόλη, 1.200 ελληνικές οικογένειες δέχτηκαν τα πυρά, ενώ οι υπόλοιποι Έλληνες (4.000)  εκδιώχθηκαν και κατέφυγαν στη Νέα Αγχίαλο του Παγασητικού.

Σήμερα, το ελληνικό παρθεναγωγείο υφίσταται, όπως και το εργοστάσιο οίνων Διαμαντοπούλου. Στη μονή Αγίου Γεωργίου έγινε ο συνοικισμός Παπάριβο. Οι αλυκές διατηρούνται, αλλά τα ελληνικά τοπωνύμια (Σταυρός, Σούδα, Μαυρομάτη, κ.ά.) εξαφανίστηκαν. Υπάρχει ο Βουλγαρο-ελληνικός Σύλλογος «Αγχίαλος».

 

Πλόβντιφ

Στους αρχαίους χρόνους, στη θέση της βρισκόταν ο θρακικός οικισμός Κενδρισός, που από τον 5ο αι. π.Χ. ονομαζόταν Ευμπολιάς.  Το 341 π.Χ. ιδρύθηκε σε αυτή την τοποθεσία η Φιλιππούπολη από τον Φίλιππο Β΄ στη δεξιά όχθη του ποταμού Έβρου, στο σημείο απ’ όπου, κατά τη Ρωμαιοκρατία, διερχόταν το οδικό δίκτυο από το Σίρμιο και τη Σερδική προς την Αδριανούπολη και το Βυζάντιο.


 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα νομίσματα της Φιλιππούπολης.  Όλα είναι χάλκινα και κόπηκαν από το 81 ως το 268 μ.Χ.  Στις όψεις τους, εκτός από τις μορφές αυτοκρατόρων εικονίζονται μονομάχοι, παλαιστές, δισκοβόλοι και άλλοι γυμναζόμενοι, οι θεοί του ελληνικού πανθέου, ήρωες όπως ο Ηρακλής ή ο Ορφέας κ.ά.  Έχουν επίσης βρεθεί πολλές επιγραφές, που αναφέρονται στην οργάνωση της πόλης.  Η ελληνική γλώσσα, στην οποία γράφτηκαν, όπως και οι ελληνικές επιγραφές στα νομίσματα αποδεικνύουν ολοφάνερα την ελληνικότητα της πόλης από το 341 π.Χ. και μετά.


Mέχρι τα μέσα του 13ου αιώνα στην περιοχή, που παρέμενε καθαρώς ελληνική, δεν είχαν καταφέρει να εισχωρήσουν οι Βούλγαροι. Ο Νικόλαος Μαγκλαβίτης παροτρύνει τους κατοίκους του Μελενίκου και της Φιλιππούπολης να αντισταθούν στους Βούλγαρους (μέσα 13ου αι.): «Ο τε γαρ ημέτερος χώρο ς τη των Ρωμαίων προσήκει αρχή, πλεονεκτικώτερον γαρ οι Βούλγαροι τοις πράγμασι χρησάμενοι και του Μελενίκου γεγένηνται εγκρατείς, ημείς δε πάντες και εκ Φιλιππουπόλεως ορμώμεθα καθαροί το γένοςΡωμαίοι»


Κατά τη διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας, η πόλη περιήλθε στους Φράγκους και απελευθερώθηκε το 1262 από τους Βυζαντινούς.  Παρέμεινε υπό βυζαντινή διοίκηση μέχρι την κατάληψή της από τους Τούρκους το 1363, οι οποίοι την ονόμασαν Φιλιππέ. Μετά την κατάληψη της Φιλιππούπολης, οι Τούρκοι προέβησαν σε συστηματικό εποικισμό της, αφού το μεγαλύτερο μέρος του εκεί πληθυσμού είχε ήδη εγκαταλείψει την πόλη. Η ελάχιστη μειοψηφία του ελληνικού στοιχείου που παρέμεινε, ενισχύθηκε κατά το 17ο και το 18ο αι., από την μετοίκηση Ελλήνων από διάφορα σημεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Ήπειρο, νησιά Αιγαίου, Κωνσταντινούπολη, Μικρά Ασία, κλπ.). Χάρη στη φιλοπονία τους, οι Έλληνες κατόρθωσαν να αναδειχτούν στους τομείς του εμπορίου και των τεχνών και να συμβάλλουν με αυτό τον τρόπο στη διατήρηση της ελληνικής φυσιογνωμίας της πόλης σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.

Ωστόσο, στα μέσα του 19ου αι., όταν ξέσπασε το κίνημα για την εθνική ανεξαρτησία της Βουλγαρίας, οι ελληνόφωνοι Βούλγαροι της Φιλιππούπολης άρχισαν, κυρίως από το 1861 και μετά, να αποστασιοποιούνται από το ελληνικό στοιχείο και να συγκροτούν δική τους χωριστή βουλγαρική κοινότητα, με δικά τους σχολεία και εκκλησίες.


Στη Φιλιππούπολη υπήρχε οργανωμένη Ελληνική Κοινότητα από τα πρώτα μεταβυζαντινά χρόνια ως την αυγή του 20ού αι. Ο ελληνικός πληθυσμός υπέστη συστηματικές διώξεις από τους Βούλγαρους εθνικιστές και αναγκάστηκε τελικά να εγκαταλείψει την περιοχή το 1906 τερματίζοντας έτσι την από 2.000 και πλέον χρόνια αδιάκοπη ελληνική παρουσία στο χώρο αυτό.  Η ελληνική δυναμική παρουσία στην περιοχή πιστοποιείται με πολλών ειδών γραπτές μαρτυρίες (οι κώδικες της Μητρόπολης της Φιλιππούπολης, στους οποίους καταγράφονταν από τις αρχές του 17ου αι. τα σημαντικότερα γεγονότα από τη ζωή της ελληνικής κοινότητας, οι ελληνικές επιγραφές σε εκκλησίες και σε μαρμάρινους τάφους, τα βιβλία εμπορικών επιχειρήσεων και συντεχνιών, πολλά από τα οποία ήταν γραμμένα στα ελληνικά, οι ταξιδιωτικές διηγήσεις ξένων περιηγητών, τα κείμενα τόσο της Συνθήκης του Βερολίνου (1878) όσο και του Συντάγματος της Ανατολικής Ρωμυλίας (1879), τα απογραφικά στοιχεία του 1880, κ.ά.)  Εκτός όμως από τα γραπτά μνημεία, υπάρχουν οι εκκλησίες και τα σχολικά κτίρια που σώζονται μέχρι σήμερα.

Ως ιδρυτής και πρόεδρος της πρώτης μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης Ελληνικής Κοινότητας της Φιλιππούπολης φέρεται ο Διονύσιος Α΄, μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως και μετέπειτα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Χάρη στην εκπληκτική δραστηριότητα, που επέδειξε στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. ο διοικητικός μηχανισμός της κοινότητας, όπως και στη γενναία οικονομική ενίσχυση που πρόσφεραν τα πιο εύπορα μέλη της, σημειώθηκε οικοδομικός οργασμός, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την εξαρχής ανέγερση και επέκταση των παλαιότερων εκκλησιών (Άγιος Δημήτριος, Άγιος Κωνσταντίνος, Αγία Κυριακή, Αγία Μαρίνα, Αγία Παρασκευή ή Ζωοδόχος Πηγή, κ.α.), ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες του πολυπληθέστερου νέου εκκλησιάσματος με την ανοικοδόμηση και νέου ναού, του Αγίου Χαράλαμπου Μαρασίου. Στο διάστημα 1834 – 1863, χτίστηκαν η Ελληνική Κεντρική Σχολή, τρία αλληλοδιδακτικά δημοτικά σχολεία, ένα «ελληνικό» και δύο παρθεναγωγεία. Τα Ζαρίφεια Εκπαιδευτήρια, τα οποία ανεγέρθηκαν το 1875, ήταν το ανώτερο ελληνικό εκπαιδευτικό ίδρυμα στην περιοχή, εξελίχθηκε σε σχολαρχείο το 1883 και το 1885 αναγνωρίστηκε ισότιμο με τα γυμνάσια της Ελλάδας.  Γνωστό ακόμα κτίριο που οικοδομήθηκε, ήταν το Μαράσλειο Μέγαρο.  Γενικά, τα ελληνικά διδακτήρια ήταν φημισμένα και πλούσια, χάρη στα κληροδοτήματα εύπορων Ελλήνων της Φιλιππούπολης.  Από το 1867 υπήρχαν ελληνικά σωματεία και κλινικές Ελλήνων γιατρών, όπως η Λαϊκή του Κούντογλου, η οποία σώζεται και σήμερα.

Τέλος, στη Φιλιππούπολη κυκλοφόρησαν και ελληνόγλωσσες εφημερίδες: Φιλιππούπολις του Δ. Κουμαριανού (1879-1906), Μηνύτωρ του Αίμου του Γ. Μουσαίου (1894-1896) και Ειδήσεις του Αίμου του Σκ. Κωνσταντινίδη (1896-1906).  Κατά τη διάρκεια του ανθελληνικού διωγμού το 1906, όλα τα υπάρχοντα των Ελλήνων λεηλατήθηκαν και το 1918 οι εναπομείναντες Έλληνες μετανάστευσαν στην Ελλάδα.


O Σπυρίδων Πλουμίδης περιγράφει στο βιβλίο του “Εθνοτική συμβίωση στα Βαλκάνια. Έλληνες και Βούλγαροι στη Φιλιππούπολη 1878-1914″ την  ελληνο-βουλγαρική “συνάντηση” ως εξής:  “Η Φιλιππούπολη αποτελεί κομβικό σημείο συνάντησης του ελληνικού και του βουλγαρικού εθνικισμού. Η διαμόρφωση της ελληνικής και της βουλγαρικής ταυτότητας στην εθνοτικά ανάμεικτη και εξέχουσα αυτή εμπορική πόλη ήταν μία αμφίδρομη διαδικασία. Η βουλγαρική εθνική ταυτότητα ετεροπροσδιορίστηκε απέναντι στην ελληνική κυρίως με βάση την εκκλησιαστική υπαγωγή και μέσα από τον εκπαιδευτικό ανταγωνισμό και το αντίστροφο. Η ίδρυση, όμως, της βουλγαρικής Ηγεμονίας καθόρισε τις σχέσεις ισχύος ανάμεσα στις δύο εθνότητες και σηματοδότησε την αρχή του τέλους της παρουσίας του ελληνικού στοιχείου. Η συμβίωση Ελλήνων και Βουλγάρων από το 1878 και εξής δεν ήταν παρά η πορεία συρρίκνωσης του ελληνισμού της πόλης. Γεγονός-σταθμό σε αυτή την καθοδική πορεία αποτέλεσε ο ανθελληνικός διωγμός της 16ης/29ης Ιουλίου 1906, οπότε καταλύθηκε de facto η ελληνική κοινότητα. Στις παραμονές του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου καταφέρθηκε το τελειωτικό πλήγμα κατά της ελληνικής παρουσίας με την εκδίωξη του τελευταίου εκπροσώπου του Οικουμενικού Θρόνου από την πόλη.”

Μπουργκάς

Ο Πύργος (Μπουργκάς) είναι η πόλη με το πρώτο εμπορικό λιμάνι της Βουλγαρίας. Η ονομασία της προέρχεται από το βυζαντινό πύργο της.  Το 1900 είχε 4.000 Έλληνες με δικό τους ναό, της Παναγίας, αστικές σχολές, νηπιαγωγεία και δύο ελληνικούς συλλόγους.  Κατά τη διάρκεια του διωγμού του 1906, οι περισσότεροι έφυγαν στην Ελλάδα και απέμειναν περίπου 50 οικογένειες το 1930. Από τον Πύργο καταγόταν ο γνωστός λογοτέχνης Κώστας Βάρναλης. Άλλη σημαντική προσωπικότητα υπήρξε ο δεσπότης Αγχιάλου και Πύργου Βασίλειος Γεωργιάδης, ο οποίος το 1925-1929 χρημάτισε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

 

Ασσάνοφγκραντ


Η πόλη Στενήμαχος (Στανίμακα), κοντά στη Φιλιππούπολη. Η πόλη ήταν αμιγώς ελληνική και μόνο κατά τη διάρκεια των διωγμών του 1878 άρχισαν οι κάτοικοι να την εγκαταλείπουν και να φεύγουν στη Φιλιππούπολη. Τελικά, 1.000 οικογένειες μετανάστευσαν στην Ελλάδα το 1913 και ελάχιστοι απέμειναν το 1972.  Στη Στενήμαχο, στις αρχές της δεκαετίας του 1830, ιδρύθηκε το πρώτο αλληλοδιδακτικό σχολείο, το 1851 ιδρύθηκε το «ελληνικό» σχολείο, το οποίο εξελίχθηκε σε ημιγυμνάσιο το 1870, το 1854 ιδρύθηκε το παρθεναγωγείο και το 1863 το τρίτο αλληλοδιδακτικό.  Επίσης, το 1881 λειτούργησαν τρία νηπιαγωγεία και το 1882 συστάθηκε νυχτερινή σχολή.  Το 1906 έγινε λεηλασία όλων των ελληνικών περιουσιών και η κοινότητα κατέρρευσε.

 

Ζόπολη


Είναι η Σωζόπολη ή Σιζίπο, πόλη στην είσοδο του Κόλπου του Πύργου.  Μπροστά στον Κόλπο δεσπόζουν το Μεγάλο Νησί ή Αϊ-Γιάννης (από την ομώνυμη ελληνική μονή, η οποία ιδρύθηκε από τους Παλαιολόγους), ο Αϊ-Πέτρος και το Μικρό Νησί ή Αϊ-Κήρυκος, όπου προϋπήρχε ελληνικός ναός του Απόλλωνα και αργότερα, στους βυζαντινούς χρόνους χτίστηκε μοναστήρι, σήμερα ερειπωμένο.  Στους χριστιανικούς χρόνους ονομάστηκε Σωζόπολη. Μέχρι το 1906, οι Έλληνες κάτοικοι ήταν 3.500, ενώ υπήρχε αστυνομική σχολή και παρθεναγωγείο από το 1817. Ήταν η έδρα του Έλληνα μητροπολίτη Σωζοαγαθουπόλεως, στην οποία υπαγόταν και η Αγαθούπολη, η Βασιλεία και τα ελληνικά χωριά Κωστή και Μπραντίνοβο. Όταν διώχτηκαν οι Έλληνες από τους Βούλγαρους, εγκαταστάθηκαν έξω από τη Θεσσαλονίκη.  Υπάρχει στην πόλη, σήμερα, μουσείο με ελληνικές αρχαιότητες.

Ρούσε

Είναι η πόλη Ρουχτσούκιο, κοντά στο Δούναβη.  Μέχρι τον ανθελληνικό διωγμό του 1906, οι Έλληνες είχαν εκεί και ναό και σχολείο.  Υπήρχε επίσης ελληνικό υποπροξενείο. Σήμερα υπάρχει η Ελληνική Κοινότητα Ρούσσε.

Καβακλή



Αμιγώς ελληνική κωμόπολη, 8 ώρες βορειοδυτικά της Αδριανούπολης, η οποία είχε 9.000 κατοίκους Έλληνες μέχρι το 1906 και επτατάξια σχολή με 700 μαθητές.

Βάρνα

Είναι χτισμένη στα ερείπια της  ελληνικής πόλης της Οδυσσού, αποικία της Μιλήτου (6ος αι. π.Χ.). Το 1391 την κατέλαβαν οι Τούρκοι.  Το 1830 είχε τρεις ελληνικές εκκλησίες και ένα τακτικό σχολείο.  Είχε δύο μονές, του Αγίου Δημητρίου και του Αγίου Κωνσταντίνου, η οποία έγινε λουτρόπολη.  Βρέθηκε ελληνική επιγραφή αφιερωμένη στο Απόλλωνα.  Το 1872 υπήρχε στην πόλη Εκπαιδευτικός Σύλλογος.


Στην τοποθεσία Δικηλή Τας, άλλοτε Πέτρινες Στήλες, υπήρχε Ελληνική Κοινότητα (900 άτομα), η οποία επιβίωσε μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και διέσωζε ελληνικό νεκροταφείο. Πριν από τη βουλγαρική ηγεμονία, όλες οι εκκλησίες του νομού Βάρνας ήταν ελληνικές-πατριαρχικές.  Το 1906 είχε πέντε εκκλησίες, δύο μονές, το νοσοκομείο Νικολάου και πέντε σχολεία.  Εκείνο το έτος κατά τη διάρκεια διωγμού, οι Έλληνες δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα στις περιουσίες τους και αναγκάστηκαν να φύγουν. Το 1914 έφυγαν και αυτοί που είχαν απομείνει. Κατά τη σταλινική περίοδο ονομάστηκε «Στάλιν».

Δείτε και ΕΔΩ για περισσότερα στοιχεία.

Βρατσίκοβο

Ελληνικό χωριό της Ροδόπης από Έλληνες της Καστοριάς και της Ηπείρου.  Εκβουλγαρίστηκε μετά την ένωση της Ανατολικής Ρωμυλίας με τη Βουλγαρία, όπως και τα άλλα ελληνικά χωριά της Ροδόπης.

Δοβρουτσά

Είναι η Μικρή Σκυθία των αρχαίων, βόρεια της Οδησσού, η οποία καταλήφθηκε από τους Ρώσους και από τους Ρουμάνους και σήμερα είναι βουλγαρική.  Εκεί υπήρχαν πέντε ελληνικές αποικίες, ο Ίστρος, η Τόμις, η Κάλλατις και η Διονυσούπολις, ενωμένες με μία συμμαχία, τη λεγόμενη Πεντάπολη. Παντού βρίσκει κανείς ελληνικές επιγραφές και ελληνικά νομίσματα

Καβάρνα

Εξ ολοκλήρου ελληνική ναυτική κωμόπολη της Δοβρουτσάς μέχρι το 1919, με ελληνική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.

Μελένικο

Κατοικούνταν από Έλληνες και είχε λαμπρά σχολεία.  Στα τέλη του 19ου αι. υπήρχαν 2.500 Έλληνες και 2.000 σχισματικοί.

Μιζίβρια

Μεσέμβρια ή Μεσημβρία, αποικία των Μεγαρέων στον Εύξεινο Πόντο.  Εδώ ηττήθηκε από τους Βυζαντινούς ο βασιλιάς Κρούμος των Βουλγάρων. Παρέμεινε στους Βυζαντινούς μέχρι την πτώση της Κωνσταντινούπολης. Μέχρι το 1906 ήταν αμιγώς ελληνική, έδρα του Έλληνα μητροπολίτη. Αργότερα, οι Έλληνες διώχτηκαν. Είχε τις μονές του Αγίου Νικολάου του Αίμωνα (13ος αι.), του Ιωάννου Προδρόμου (1615), του Αγίου Βλασίου, της Αγίας Τριάδος, της Αγίας Άννας, του Αγίου Αντωνίου και πολλούς αξιόλογους ναούς βυζαντινών χρόνων.  Σήμερα η πόλη έχει μουσείο με ελληνικές αρχαιότητες.

Μπάτσοκο

Ελληνικό χωριό κοντά στη Στενήμαχο, όπου υπάρχει η μονή της Παναγίας από το 1084.

Νευροκόπιο

Βρίσκεται κοντά στο Νέστο.  Στις αρχές του 20ου αι., είχε 600 Έλληνες με Έλληνα μητροπολίτη και 500 Βούλγαρους.  Τον Ιούλιο του 1913 καταλήφθηκε από τον ελληνικό στρατό, αλλά επιδικάστηκε στη Βουλγαρία.  Οι Έλληνες μετανάστευσαν στο Κάτω Νευροκόπιο κοντά στη Δράμα.

Πετριτσόνιτσι

Κώμη κοντά στη Στενήμαχο της Ροδόπης, όπου υπάρχει η αρχαιότερη μονή της Βουλγαρίας (της Παναγίας), η οποία ιδρύθηκε από τον Γρηγόριο Πακουριανό από την Ιβηρία τον 11ο αι.  Η μονή είχε Έλληνα γραμματέα και αλληλογραφούσε στα ελληνικά. Επί Τουρκοκρατίας είχε μόνο Έλληνες μοναχούς και ήταν πατριαρχική.  Οι Βούλγαροι εισέβαλαν σ’ αυτή το 1894 και το Διαιτητικό Δικαστήριο της Χάγης αναγνώρισε την ελληνικότητά της.  Στο εσωτερικό της υπάρχουν πίνακες Ελλήνων φιλοσόφων.

Σιλίστρια

Πρόκειται για πόλη του Δούναβη, άλλοτε βουλγαρική (Σιλίστρα).  Δορύστολο ονομαζόταν στα βυζαντινά χρόνια.  Είχε μερικούς Έλληνες μέχρι το 1930.

Σλίβεν


Πρόκειται για την αρχαία ελληνική πόλη Σήλυμνο κοντά στον Πύργο.  Η μία συνοικία της ονομάζεται ελληνικά Κριτοχώρι και η άλλη Νεοχώρι.  Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας διέθετε ακμαία ελληνική κοινότητα με σχολείο.  Σήμερα αποτελεί κέντρο του σαρακατσάνικου Ελληνισμού.

Τάρνοβο, Βέλικο Τύρναβο

Το Τύρναβο, πόλη στον παραπόταμο του Δούναβη Ιάντρα είχε επί Τουρκοκρατίας ελληνικό και βουλγαρικό πληθυσμό.  Υπήρχε κοντά η ελληνική κωμόπολη Αραβανάσι (Ανδροχώρι) και η γλώσσα που μιλούσαν ήταν η ελληνική και ο κλήρος ήταν ελληνικός.  Από το 17ο αι. οι μητροπολίτες Τυρνόβου όρισαν την ελληνική γλώσσα για τις λειτουργίες, ίδρυσαν ελληνικό σχολείο και ελληνική βιβλιοθήκη. Οι Φαναριώτες ηγεμόνες συνέχισαν αυτό το έργο.  Ο τελευταίος μητροπολίτης Γρηγόριος κάηκε ζωντανός από τους εθνικιστές το 1867.  Για τα ελληνικά σχολεία δες εδώ.

Τατάρ Παζαρτζίκ

Πόλη κοντά στη Φιλιππούπολη με ελληνική κοινότητα από το 18ο αι., ακμαία εξαιτίας εκείνων που ήρθαν από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία.  Είχε ναό της Παναγίας και στην αυλή της εκκλησίας ελληνικό σχολείο.  Οι Βούλγαροι το 1847 τα κατέλαβαν και ανήγειραν άλλο ναό του Σωτήρος και σχολείο.  Άκμασε μέχρι το 1900, όταν οι Βούλγαροι κατέλαβαν και το νέο ναό και το ελληνικό σχολείο.  Κοντά στην πόλη υπήρχε η πόλη Βησσών (3ος αι. π.Χ.), στην οποία μιλούσαν την ελληνική. Χαρακτηριστική μορφή -φιγούρα της Αθήνας-  από το Τατάρ Παζαρτζίκ ήταν ο μπαρμπα-Γιάννης ο Κανατάς, οποίος με την επιστροφή του στην πατρίδα του θα προσχωρήσει στο βουλγαρικό αυτονομιστικό κίνημα.

Χάσκοβο

Πρόκειται για πόλη κοντά στον ομώνυμο παραπόταμο του Έβρου, κοντά στα ελληνικά σύνορα.  Η Ελληνική Κοινότητα είχε σχολεία αρρένων και θηλέων μέχρι το 1906, όταν οι Έλληνες εγκατέλειψαν την πόλη.

ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ

1) Εθνογραφικός χάρτης των χών του 20ου αι. Με σκούρη ώχρα παρίστανται οι ελληνικοί πληθυσμοί

2) Απολλωνία. Επιτύμβια στήλη του Αλέξανδρου των αρχών του 5ου αι. π.Χ.

3) Μεσημβρία. Οινοχόητου 1ου π.Χ.  αι. με το σχήμα του θεού Διονύσου

4) Η Στήλη  της Πλίσκας

http://en.wikipedia.org/wiki/Chatalar_Inscription

5) Μεσημβρία. Υστεροβυζαντινός ναός του 14ου αιώνα  του Παντοκράτορα. Στη περιοχή υπήρχε το Δεσποτάτο του Ευξείνου που περιλάμβανε τις πόλεις Μεσημβρία και Αγχίαλο και ανήκε στους Παλαιολόγους.

6) Ελληνικές κατοικίες στη Φιλιππούπολη

7) Χάρτης της Ανατολικής Ρωμυλίας

8 ) Αντάρτισσες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας

9) Κορινθιακό κιονόκρανο από την αυλή του Αρχαιολογικού Μουσείου Βάρνας

10 ) Καταστατικό Συλλόγου του 1945, των προσφύγων από την Ανατολική Ρωμυλία

11) Τοπογραφικό Διάγραμμα της Αγχιάλου

12) Φωτογραφία μετά την καταστροφή της Αγχιάλου από Βούλγαρους εθνικιστές

13)  Φωτογραφία μετά την καταστροφή της Αγχιάλου από Βούλγαρους εθνικιστές

14) Σαρακατσάνικη οικογένεια στον Πύργο

15) Σαρακατσάνικος γάμος το 1945

16) Σύγχρονο Ημερολόγιο της Ομοσπονδίας Πολιτιστικών και Εκπαιδευτικών Συλλόγων Σαρακατσάνων Βουλγαρίας

17) Γυναίκες σε εκδήλωση ελλην0-βουλγαρικής φιλίας

18 ) Παραδοσιακό σπίτι Φιλιππούπολη

19) Η Βικτωρία Ιβάνοβα πρόεδρος  Ένωσης Γηγενών Βάρνας

20) Σαρκοφάγος  από την αυλή του Αρχαιολογικού Μουσείου Βάρνας

21) Πιθάρια  από την αυλή του Αρχαιολογικού Μουσείου Βάρνας

22) Χάρτης της Ανατολικής Ρωμυλίας, όπου φαίνεται η τοποθεσία του Αγίου Βλασίου

23) Σφραγίδα του Συλλόγου των εν Αθήναις Αγχιαλιτών

24) Χαρακτηριστική φωτογραφία της Αγχιάλου πριν την καταστροφή. Στο βάθος η εκκλησία της Παναγίας

25) Παραδοσιακή οικία της Φιλιππούπολης

26) Ο θησαυρός του Ραγκόζεν (ΒΔ Βουλγαρία) ανήκει στην προ-ελληνιστική εποχή. Υπάρχουν ελληνικές επιγραφές όπως “Κότυς Απόλλωνος Παις”, “Αυγή Δηλαδή” κ.ά.  Ο θησαυρός κρύφτηκε από τους Θράκες εξαιτίας της εισβολής στην περιοχή των μακεδονικών στρατευμάτων του Φίλιππου Β’.

27) Θέατρο ρωμαϊκής περιόδου στη Φιλιππούπολη

28 )   Παραδοσιακή οικία της Φιλιππούπολης

29) Παλιά καρτ ποστάλ του Πύργου

30) Εκκλησία της Στενημάχου

31) Παλιές φωτογραφίες απ’ τη Στενήμαχο

32) Το Κάστρο της Σωζόπολης

33)  Παραδοσιακή φορεσιά απ΄ το Καβακλή

34) Χαρακτηριστικό δημόσιο οίκημα της Βάρνας

35) Σύγχρονη φωτογραφία της Μεσημβρίας

36) Από το σαρακατσάνικο αντάμωμα στο Σλίβεν

37) Από το σαρακατσάνικο αντάμωμα στο Σλίβεν

Οι φωτογραφίες προέρχονται από:

-Κ. Α. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Β. Ελληνισμού. Θράκη, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη,  1990,

-Δημήτρης Γαρούφας, Οι Σαρακατσάνοι ομογενείς μας, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1992,

-”Εύξεινος Πόντος και Προποντίδα”, περ. Αρχαιολογία, ….

-Άτλας της ελληνικής Διασποράς, επιμ. Βλάσης Αγτζίδης, Αθήνα, εκδ. Αλέξανδρος, 1995,

-Δράκου Κ. Μαυρομμάτη, Η Αγχίαλος μες’ από τις φλόγες, Αθήνα, 1930

-http://www.thrakiki.gr/

-http://sarakatsanaioi.blogspot.com/2009/06/blog-post.html